Αυτό υποστηρίζει νέα έρευνα του Πανεπιστημίου Carnegie Mellon και του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι δυσμενείς κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες συνδέονται με αλλαγές στη δομή, τη λειτουργία και τη χημεία του εγκεφάλου – αλλαγές που έχουν επίσης συσχετιστεί με την ψύχωση και τη σχιζοφρένεια. Η έρευνα, που δημοσιεύεται στο JAMA Psychiatry, θα μπορούσε να βοηθήσει τους ειδικούς να εντοπίζουν νωρίτερα τα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο και να αναπτύσσουν παρεμβάσεις πριν εμφανιστούν σοβαρά συμπτώματα.
Ο ρόλος των κοινωνικών παραγόντων στην υγεία
Είναι πλέον κοινώς αποδεκτό ότι η υγεία διαμορφώνεται όχι μόνο από τη βιολογία ή την ιατρική περίθαλψη, αλλά και από τις συνθήκες υπό τις οποίες ζουν οι άνθρωποι, όπως το εισόδημα, η στέγαση, η εκπαίδευση, η επισιτιστική ασφάλεια και η κοινωνική υποστήριξη.
Ορισμένες μελέτες εκτιμούν ότι οι κοινωνικοί παράγοντες ενδέχεται να ευθύνονται για το 30% έως 55% των συνολικών αποτελεσμάτων υγείας. «Αυτό που θέλουμε να μάθουμε είναι πώς αυτοί οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως το άγχος, το τραύμα και η φτώχεια, εισχωρούν βαθιά μέσα μας και επηρεάζουν τη βιολογία μας», δήλωσε η Kaitlyn Dal Bon, διδακτορική φοιτήτρια στη γνωστική νευροεπιστήμη στο Πανεπιστήμιο Carnegie Mellon.
Για να διερευνήσουν αυτό το ερώτημα, η Dal Bon και η Jessica Hua, κλινική ψυχολόγος στο San Francisco VA Health Care System και στο UCSF, πραγματοποίησαν μια συστηματική ανασκόπηση 114 επιστημονικών μελετών με περισσότερους από 10.000 συμμετέχοντες που, είτε έπασχαν από σχιζοφρένεια, είτε θεωρούνταν πιο πιθανό να αναπτύξουν ψύχωση.
Η ανασκόπηση εξέτασε διάφορους τύπους πρώιμων και συνεχιζόμενων δυσμενών συνθηκών, όπως τραύματα στην παιδική ηλικία, κοινωνική απομόνωση, ρατσισμό και διακρίσεις, φτώχεια και επισιτιστική ανασφάλεια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η έκθεση σε δυσμενείς συνθήκες ζωής συσχετιζόταν με μετρήσιμες διαφορές στον εγκέφαλο, όπως αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου, την εγκεφαλική δραστηριότητα και τα νευροχημικά συστήματα – όλοι τομείς που είχαν προηγουμένως συνδεθεί με διαταραχές του φάσματος της σχιζοφρένειας.
Όχι μόνο μία αιτία
Οι ερευνητές τόνισαν ότι η σχιζοφρένεια δεν προκαλείται από έναν μεμονωμένο παράγοντα. Αντίθετα, ο κίνδυνος φαίνεται να προκύπτει από μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση βιολογικών παραγόντων, περιβάλλοντος και της ευπάθειας που εμφανίζει κάποιος απέναντι στις δυσκολίες.
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα είναι ότι η κατανόηση των βιολογικών επιδράσεων που έχουν οι δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες μπορεί να βοηθήσει τους ειδικούς να αναπτύξουν πιο στοχευμένους τρόπους υποστήριξης των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο. Άλλωστε, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν αναπτύσσουν ψύχωση όλοι όσοι έχουν χαρακτηριστεί κλινικά ως άτομα υψηλού κινδύνου για σχιζοφρένεια. Στην πραγματικότητα, περίπου το 30% αυτών των ατόμων μπορεί να αναρρώσει πλήρως.
«Άτομα με σχιζοφρένεια συχνά βιώνουν δυσανάλογα δυσμενείς συνθήκες», δήλωσε η δρ. Hua. «Στόχος τώρα είναι να κατανοήσουμε πώς μπορούμε να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητά τους, είτε μέσω στοχευμένης θεραπείας, φαρμακευτικής αγωγής, οικογενειακής ή κοινωνικής υποστήριξης, είτε κάποιου άλλου προστατευτικού παράγοντα».
Ενίσχυση της ανθεκτικότητας
Τα ευρήματα αμφισβητούν την ιδέα ότι οι διαταραχές του φάσματος της σχιζοφρένειας ακολουθούν μια σταθερή ή αναπόφευκτη πορεία. Αντίθετα, υποδηλώνουν ότι ο κίνδυνος μπορεί να διαμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου, ανάλογα με τις συνθήκες.
Ενώ οι πρώιμες δυσκολίες μπορεί να αυξήσουν την ευπάθεια, οι υποστηρικτικές σχέσεις, η έγκαιρη θεραπεία, η σταθερή στέγαση, η μείωση των διακρίσεων και τα ισχυρά κοινωνικά δίκτυα μπορεί να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου ή τη βελτίωση των αποτελεσμάτων.
Πηγή: ygeiamou.gr

















