Νέο περιστατικό βανδαλισμού καταγράφηκε τις μεταμεσονύκτιες ώρες της Δευτέρας προς Τρίτη στο Δημαρχείο Καμένων Βούρλων, προκαλώντας ανησυχία και προβληματισμό τόσο στην τοπική κοινωνία όσο και στη δημοτική αρχή.
Άγνωστοι δράστες, για δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο, προχώρησαν σε επίθεση με μπογιές, εκτοξεύοντας πλαστικά μπουκάλια με κόκκινη βαφή προς την πρόσοψη του Δημαρχείου και συγκεκριμένα στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, όπου στεγάζεται το γραφείο του δημάρχου κ. Ηλία Κυρμανίδη. Το περιστατικό φέρεται να σημειώθηκε σε άγνωστη ώρα μεταξύ μεσάνυχτων και πρώτων πρωινών ωρών της Τρίτης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η αστυνομία προέβη στη συλλογή των αντικειμένων που χρησιμοποιήθηκαν και τα απέστειλε για περαιτέρω εργαστηριακή εξέταση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες στην Αθήνα. Παρόλα αυτά, παραμένουν άγνωστοι οι δράστες, ενώ η υπόθεση βρίσκεται υπό διερεύνηση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το νέο αυτό συμβάν έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά παρόμοιων περιστατικών. Τον Ιανουάριο του 2024, λίγες μόλις ημέρες μετά την ανάληψη καθηκόντων από τη νέα δημοτική αρχή, είχαν καταγραφεί βανδαλισμοί σε δημοτικές υποδομές, όπως στήλες φωτισμού και κάδοι απορριμμάτων, ενώ είχε σημειωθεί και εμπρησμός στο κλειστό γυμναστήριο της πόλης. Επίσης, τον Μάιο του 2024, είχε σημειωθεί επίθεση με μπογιές στην κεντρική είσοδο του Δημαρχείου.
Το χθεσινό περιστατικό λαμβάνει ακόμη πιο αρνητική χροιά, δεδομένου ότι συνέβη τη νύχτα κατά την οποία ο δήμαρχος Καμένων Βούρλων θρηνούσε την απώλεια του πατέρα του.
Πηγές από το περιβάλλον του κ. Κυρμανίδη αναφέρουν ότι ο δήμαρχος εμφανίζεται ιδιαίτερα δυσαρεστημένος από τη στάση των αστυνομικών αρχών του τοπικού Αστυνομικού Τμήματος, την οποία χαρακτηρίζει «επιεικώς αδιάφορη». Ο ίδιος, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, σκοπεύει να απευθυνθεί άμεσα σε ανώτερα κλιμάκια της ΕΛ.ΑΣ., όχι μόνο για τη διαχείριση των συγκεκριμένων περιστατικών, αλλά και για ευρύτερα ζητήματα αστυνόμευσης και ασφάλειας στον Δήμο Καμένων Βούρλων.
Η τοπική κοινωνία αναμένει με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην υπόθεση, καθώς η επαναλαμβανόμενη φύση των επιθέσεων εγείρει ερωτήματα για την ασφάλεια των δημοτικών δομών και την επάρκεια της αστυνόμευσης στην περιοχή.
















