Το Μουσικό Σχολείο τίμησε τον Παντελή Βούλγαρη. Έγινε εκτενής αναφορά σε όλο το έργο του σκηνοθέτη.
Στην κατάμεστη αίθουσα του Μουσικού Σχολείου Λαμίας ταξιδέψαμε στον μαγικό κόσμο του κινηματογράφου.
Ο σκηνοθέτης συγκινημένος δήλωσε ότι θα έρθει ξανά όποτε τον ζητήσουμε.
Την επιμέλεια του αφιερώματος είχε ο Νίκος Παπαγεωργίου, φίλος του σκηνοθέτη.
Ο Παντελής Βούλγαρης γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1940 σε μια γειτονιά των Αθηνών, στα Πατήσια. Από τους γονείς του έχει καταγωγή από τη Σάμο και τη Νάξο. Γεννιέται επί κατοχής και βιώνει την περίοδο του Εμφυλίου, η οποία τον προίκισε με ζοφερές και σκληρές εικόνες της κοινωνίας. Η πρώτη του επαφή με την έβδομη τέχνη ήταν στην παιδική του ηλικία ως θεατής στους κινηματογράφους της Αθήνας που έπαιζαν δημοφιλείς παραγωγές του Hollywood της εποχής. Οι φίλοι του έλκονταν από τη λάμψη των αστέρων της μεγάλης οθόνης, ο Παντελής Βούλγαρης όμως εστίαζε από τότε στο σκηνοθετικό κομμάτι. Κομβικό σημείο στη ζωή του ήταν η συνάντησή του με τον σκηνοθέτη Σωκράτη Καψάσκη, τον οποίο γνώρισε όταν γύριζε κάποιες σκηνές κάτω από το πατρικό του Βούλγαρη. Η γνωριμία αυτή έκανε τον Παντελή Βούλγαρη να καταλάβει πως η σκηνοθεσία είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει. Προσπάθησε να μπει στη Νομική Σχολή χωρίς να τα καταφέρει και το ίδιο αποτέλεσμα είχε και στην προσπάθεια για την Φιλοσοφική. Εντέλει, το 1960 αποφασίζει να γραφτεί στη Σχολή Σταυράκου και να σπουδάσει κινηματογράφο. Μαθήτευσε κοντά στον Γρηγόρη Γρηγορίου, στον Ντίνο Δημόπουλο και στον θεωρητικό Γιάννη Μπακογιαννόπουλο. Συμφοιτητές του ήταν σημαντικοί εκπρόσωποι του “νέου αίματος” του κινηματογράφου όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Δήμος Θέος και ο Κώστας Φέρρης. Και τώρα, σας προσκαλούμε να ταξιδέψετε μαζί μας.
Στάση 1 Ο κλέφτης (1965) (μικρού μήκους) και Ο Τζίμης ο τίγρης (μικρού μήκους) (1966)
«Ο κλέφτης» (1965), η πρώτη ταινία του Παντελή Βούλγαρη, στην οποία ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είχε αναγνωρίσει την «οξύτατη αίσθηση του ντεκουπάζ» που επέδειξε ο ομότεχνός του. Είναι η συνάντηση ενός αστυνομικού με έναν νεαρό πορτοφολά, τον οποίο πιάνει ύστερα από παράνομη δράση σε ένα λεωφορείο, αλλά δείχνει καλοπροαίρετη διάθεση να ακούσει τι τον οδήγησε στην παρανομία.
Ο Τζίμης ο τίγρης (1966) είναι η πρώτη πετυχημένη προσπάθεια του ελληνικού κινηματογράφου για τη διερεύνηση καταστάσεων και προβλημάτων καθαρά ελληνικών. Υπόθεση: Η σύντομη σχέση, και το άδοξο τέλος αυτής, ανάμεσα σε ένα χεροδύναμο τύπο που δίνει παραστάσεις στο δρόμο, επιδεικνύοντας τη δύναμή του – ένα είδος Τζιμ Λόντου –, και σε μια τουρίστρια. Ο αξιοδάκρυτος πανηγυριώτης Ηρακλής «μασάει σίδερα» για να μπορέσει να μασήσει λίγο ψωμάκι. Διοχετεύει τη ζωώδη δύναμή του σε ανόητες επιδείξεις, γιατί δεν έχει βρει ακόμα έναν ουσιαστικότερο τρόπο καταναλώσεως της ζωτικότητάς του. Εκστασιάζεται μπροστά στον πολιτισμό που στην ταινία συμβολοποιείται στο πρόσωπο της υπερβόρειας Ευρωπαίας, γιατί ενστικτωδώς καταλαβαίνει ότι το επάγγελμά του είναι χαρακτηριστικό δείγμα υπανάπτυξης. Στο βάθος, όμως, αυτός ο ευάλωτος «ήρωας» είναι εξαιρετικά εύθραυστος.
Ερώτηση 1: τι θυμάστε από εκείνη την εποχή κύριε Βούλγαρη; Πόσο εύκολο ήταν το ξεκίνημα; Θέλατε να γίνετε σκηνοθέτης;
Στάση 2 Το προξενιό της Άννας (1972)
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης Σενάριο: Παντελής Βούλγαρης, Μένης Κουμανταρέας. Με τους: Άννα Βαγενά, Σμαρώ Βεάκη, Κώστα Ρηγόπουλο, Σταύρο Καλάρογλου, Αλίκη Ζωγράφου και άλλους.
Τα μέλη μιας οικογένειας αποφασίζουν να κάνουν ένα προξενιό στην υπηρέτριά τους, που εργάζεται κοντά του δέκα ολόκληρα χρόνια. Ύστερα από την ημέρα της γνωριμίας της με τον υποψήφιο γαμπρό, συνειδητοποιούν πως θα χάσουν εντελώς τις πολύτιμες υπηρεσίες της και διαλύουν το προξενιό, επαναφέροντάς την στην άχαρη καθημερινότητα. Ο Βούλγαρης σχολιάζει με οξύτητα τις σχέσεις υποταγής και εξουσίας, αναλύοντας τον μικροαστικό περίγυρο των αρχών της δεκαετίας του ’70. Η δύναμη της ιστορίας καθώς και η διεισδυτική ματιά του δημιουργού, είναι στοιχεία που συνετέλεσαν ώστε το σύνολο να βραβευτεί στο Βερολίνο και στο 13ο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε τα βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, Α΄ και Β΄ Γυναικείου, καθώς και Β΄ Ανδρικού Ρόλου. Μία εθνογραφική μελέτη του αθηναϊκού αστικού τρόπου ζωής, για την οποία ο Vincent Canby έγραψε στους New York Times, το 1975, πως κανένας δεν υποψιάζεται τίποτα για επανάσταση, αλλά η ταινία φωνάζει για επανάσταση, τόσο ευγενικά, ώστε τον πραγματικό θυμό των λέξεων να τον ακούει κάποιος μόνο μετά.
Ερώτηση 2: ποια είναι τα θέματα που σας απασχολούσαν εκείνη την περίοδο, κύριε Βούλγαρη; Ήταν δύσκολη εκείνη η περίοδος;
Στάση 3: Χάππυ Νταίη (1976)
Σκηνοθεσία-σενάριο: Παντελής Βούλγαρης. Με τους: Γιώργο Μοσχίδη, Ζωρζ Σαρρή, Νίκο Μπουσδούκο, Κωνσταντίνο Τζούμα.
Σε ένα ερημονήσι όπου βρίσκεται ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης αντιφρονούντων, πρόκειται να έρθει αντιπροσωπεία επισήμων και γι’ αυτό προετοιμάζεται γιορτή για την υποδοχή τους. Ο διοικητής του στρατοπέδου ανακαλύπτει ότι ο B’ ξεσηκώνει τους κρατουμένους ώστε να κάνουν ανταρσία και του ζητά να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Η ταινία τιμήθηκε με τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (Καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και μουσικής). Επισημαίνουμε τη γερή ματιά του σκηνοθέτη, την ανεξάντλητη ευρηματικότητα της σκηνοθεσίας του, την τρυφεράδα του. Σχολιάστηκε, επίσης η θαυμάσια φωτογραφία του Γιώργου Πανουσόπουλου που καταφέρνει να πιάσει και να κρατήσει σε όλο το μήκος του φιλμ ένα αποπνικτικό χρωματικό τόνο παστέλ που επικάθεται σε ανθρώπους και πράγματα πνίγοντας και λερώνοντάς τα παρά την καθαρότητα του φωτός. Ο σκηνοθέτης σκύβει στη χθεσινή, εφιαλτική και απάνθρωπη πραγματικότητα της χώρας μας, όχι όμως για να πραγματώσει ένα χρονικό κτηνωδίας και φρίκης αλλά για να συνθέσει – αφαιρετικά – μια εικόνα εξανδραποδισμού των ανθρώπων, που διαστέλλεται διαχρονικά και πανανθρώπινα.
Ερώτηση 3: είναι πολιτική ταινία το Χάππι Νταίη; Τι θέλατε να πείτε με την ταινία αυτή;
Στάση 4: Ελευθέριος Βενιζέλος (1980).
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης, Με τους: Μηνά Χρηστίδη, Γιάννη Βόγλη, Βασίλη Διαμαντόπουλο, Όλγα Καρλάτου, Νικήτα Τσακίρογλου και άλλους.
Υπόθεση: Η ιστορική αυτή ταινία, που πραγματεύεται τη ζωή και τη δράση του μεγάλου έλληνα πολιτικού (από το 1909 μέχρι το 1927), αναφέρεται στην πολύπλευρη προσωπικότητα του ανδρός κατά την πλέον κρίσιμη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας, την οποία και σφράγισε ανεξίτηλα. Η ταινία εστιάζει στο ήθος και στις ιδέες του Ελευθέριου Βενιζέλου για μια «Μεγάλη Ελλάδα». Ο Βενιζέλος φτάνει στην Αθήνα από την Κρήτη και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας. Από την πορεία αυτή δε θα λείψουν στρατιωτικά κινήματα, συγκρούσεις με το παλάτι, παρακρατικές επιθέσεις, πολιτικές και στρατιωτικές νίκες και ήττες. Ο Βενιζέλος της ταινίας διαπνέεται από τα ιδανικά της αναγέννησης της προοδευτικής μερίδας της αστικής τάξης και παρακινεί το λαό σε νέους αγώνες. Συγκρούεται με το παλάτι, συμβιβάζεται, μεγαλουργεί, μεγαλώνει την Ελλάδα, οδηγεί τη χώρα σε ανάπτυξη οικονομική και πολιτιστική, αδυνατεί όμως να εξουδετερώσει τόσο τους κοτζαμπάσηδες, όσο και την ξένη επέμβαση. Αυτή η αδυναμία του Βενιζέλου, που οφείλεται σε πολλούς λόγους, θα είναι και η αχίλλειος πτέρνα της πολιτικής του, και θα επιφέρει για πολλά χρόνια την κακοδαιμονία του ελληνικού πολιτική κονίστρα. Με συζητήσεις, συνεδριάσεις, συνεντεύξεις, πολικούς λόγους και διαμάχες, με ηπιότητα και διακριτικότητα σε σαλόνια, περιστύλια, πρωθυπουργικά γραφεία, ανακτορικές αίθουσες και προθαλάμους μεγάρων η ιστορία γίνεται μια ταινία εποχής που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιστορική κριτική σύνθεση και την ιστορική επιφυλλίδα, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί ένα εξαιρετικό ψυχολογικό δράμα.
Ερώτηση 4: πόσες δυσκολίες συναντήσατε καθώς γυριζόταν η ταινία αυτή;
Στάση 5: Πέτρινα χρόνια (1985)
Σκηνοθεσία-σενάριο: Παντελής Βούλγαρης. Με τους: Θέμιδα Μπαζάκα, Δημήτρη Καταλειφό, Μαρία Μαρτίκα. Έγχρωμη, 142΄.
Μια ξεχωριστή ταινία για τον ελληνικό κινηματογράφο, που καταδεικνύει την αδιάκοπη πάλη δυο αντιφρονούντων με τις τότε ισχύουσες πολιτικές συνθήκες αλλά και την προσπάθειά τους για επιβίωση μέσα από τις αντίξοες συνθήκες της φυλακής. Ο Μπάμπης και η Ελένη γνωρίζονται το 1954 στη Θεσσαλία όπου παράνομα μοιράζουν προκηρύξεις. Ο Μπάμπης συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ενώ η Ελένη καταφεύγει στην Αθήνα όπου κρύβεται μέχρι το 1966 σε διάφορα σπίτια ομοϊδεατών, όπως στο σπίτι της ‘καπελού’ Κλειώ. Η Ελένη γνωρίζει τον Μπάμπη ελάχιστα, όμως ο έρωτας τους δυναμώνει μέσα από τις κακουχίες και ολοκληρώνεται όταν ο Μπάμπης αποφυλακίζεται. Η δικτατορία θα εμποδίσει τα όνειρά τους και η διεκδίκηση της ελευθερίας θα τους οδηγήσει στη φυλακή.
Η ταινία δεν είναι καθαρά πολιτική. Ο σκηνοθέτης παρουσιάζει το δράμα των πρωταγωνιστών του- και κατ` επέκταση της κοινωνίας- σε μια ανήσυχη πραγματικότητα. Η ταινία δεν είναι ‘ιστορική’. Μέσα από την καθημερινότητα και τις πράξεις των πρωταγωνιστών ξεδιπλώνεται η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Βούλγαρης εστιάζει περισσότερο στο ανθρώπινο συναίσθημα παρά σε ιστορικά γεγονότα. Οι ηθοποιοί μεταφέρουν στην οθόνη τα βιώματα μιας εποχής όπου υπήρχε μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις επιθυμίες και στην πραγματικότητα. Είναι γνωστό πως ο Παντελής Βούλγαρης είναι έντονα πολιτικοποιημένος και τοποθετημένος στην αριστερά, μάλιστα εξορίστηκε και στη Γιάρο. Τα Πέτρινα Χρόνια περιγράφουν τα προβλήματα μιας γενιάς που ταλαιπωρήθηκε από πολιτικές αναταραχές, αναλύουν μια εποχή που ενώ καθιερωνόταν το δικαίωμα ψήφων των γυναικών, πολιτικοί κρατούμενοι παρέμεναν ακόμα μέσα στις φυλακές. Όταν όμως η ταινία προβλήθηκε το 1985 στους κινηματογράφους δημιούργησε αίσθηση τόσο για τη θεματολογία της όσο για την πρωτοποριακή σκηνοθετική τεχνική και φωτογραφία. Η σκηνή όπου η Ελένη και ο Μπάμπης επικοινωνούν με τους καθρέπτες μέσα από τα κάγκελα των φυλακών συγκίνησε και εξακολουθεί να συγκινεί ανθρώπους που βίωσαν τα Πέτρινα Χρόνια στην Ελλάδα αλλά και ανάλογες καταστάσεις σε άλλες χώρες. Η ταινία εξάλλου τιμήθηκε με βραβεία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Μεταξύ άλλων πήρε 4 βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, α’ γυναικείου ρόλου και ΠΕΚΚ καλύτερης ταινίας) και 2 βραβεία στο Φεστιβάλ Valencia (καλύτερης γυναικείας ερμηνείας και καλύτερης μουσικής).
Ερώτηση 5: περιμένατε τέτοια απήχηση από αυτή την ταινία, κύριε Βούλγαρη;.
Στάση 6: Η φανέλα με το 9 (1989).
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης. Σενάριο: Μένης Κουμανταρέας – Βαγγέλης Ραπτόπουλος. Με τους: Στράτο Τζώρτζογλου και Θέμιδα Μπαζάκα.
Υπόθεση: Σε μια ομάδα της γ΄ εθνικής στη Θεσσαλονίκη, ο Βασίλης Σερέτης (Στράτος Τζώρτζογλου) πουλάει έναν αγώνα για να πάει σε ανώτερη ομάδα, της β΄ εθνικής. Ένας τραυματισμός τον κρατάει μακριά από τα γήπεδα, αλλά μετά από δύο χρόνια αγώνων σε «στημένα» παιχνίδια καταφέρνει τη μεταγραφή του σε ομάδα της α΄ εθνικής. Όμως ο προπονητής του «πουλάει» ένα παιχνίδι, και ο Βασίλης βρίσκεται πλέον μπροστά στο ενδεχόμενο να εγκαταλείψει τα γήπεδα.
Η «Φανέλα με το Νούμερο 9» δεν ήταν ποτέ ένα σπουδαίο βιβλίο, είπαν κάποιοι. Το ίδιο και η ταινία του Παντελή Βούγλαρη, είπαν κάποιοι άλλοι, που βγήκε στις αίθουσες το 1988 με πρωταγωνιστή τότε τον Στράτο Τζώρτζογλου. Αυτό, ωστόσο, δεν μειώνει στο ελάχιστο το γεγονός πως το βιβλίο που ο Κουμανταρέας έγραψε το 1986 παραμένει μια από τις πιο μελαγχολικές μαρτυρίες για μια Ελλάδα που μέσω του Μπιλ, ενός φιλόδοξου ποδοσφαιριστή, απέτυχε να ζήσει το αμερικάνικο όνειρο, βγαίνοντας ίσως πιο δυνατή μέσα από την προσπάθεια να σκοράρει σε ένα γήπεδο χωρίς μέλλον. Με φόντο τη λούμπεν ελληνική επαρχία που υπήρξε τοπίο που επανερχόταν συχνά στο έργο του Κουμανταρέα, η «Φανέλα με το 9» – έτσι όπως την απέδωσε ο Παντελής Βούλγαρης – περιείχε ακόμη περισσότερα από τα «θέματα» του έργου του: την αντρική σεξουαλικότητα, το μάταιο κυνήγι της επιτυχίας, τις «ανθρώπινες» συναλλαγές – κληροδότημα από παλιότερες εποχές, την ενηλικίωση ως έναν χαμένο αγώνα.
Σε ομιλία του στο Μέγαρο Μουσικής το 2012 όπου διοργανώθηκε για τα 50 χρόνια της συγγραφικής του πορείας, ο Μένης Κουμανταρέας είχε αναφερθεί στη «Φανέλα με το 9», μιλώντας για το τίμημα της αποτυχίας, ως μοναδική έξοδο από την οποιαδήοπτε κρίση: «Ξέρετε τι μου κόστισε “Η Φανέλα με το Εννιά” όταν πρωτοβγήκε; Την απαξίωση ενός μέρους του λογοτεχνικού κόσμου. Έλεγαν “τι ξέρει ο Κουμανταρέας από ποδόσφαιρο, έχει παίξει ποτέ μπάλα;”. Μου λένε “γιατί έκανες τον Μπιλ στη Φανέλα με το εννιά να αποτυχαίνει;”. Μα απέτυχε ως ποδοσφαιριστής, ως άνθρωπος ωρίμασε. Το βάρος που υφιστάμεθα σήμερα μπορεί αύριο να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Το εύχομαι.»
Το φιλμ του Παντελή Βούλγαρη έκανε επιτυχία την εποχή του στις αίθουσες και με κάποιο τρόπο αποτελεί το «ποδοσφαιρικό φιλμ» στο οποίο αναφέρονται όλοι όταν αναζητούν μάταια μια παρόμοια περίπτωση στο ελληνικό σινεμά, έκανε σταρ τον Στράτο Τζώρτζογλου ακριβώς πάνω στο ξεκίνημά του (την ίδια χρονιά έπαιζε και στο «Τοπίο στην Ομίχλη» του Θόδωρου Αγγελόπουλου) και περισσότερο από μια ταινία μοιάζει πια σήμερα με ένα vintage αναμνηστικό από τη βαθιά αγωνία των 80s.
Ερώτηση: ήταν μια διαφορετική ταινία Η φανέλα με το 9;
Στάση 7: Οι Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου (1991)
Σκηνοθεσία και σενάριο: Παντελής Βούλγαρης. Με τους: Θανάση Βέγγο, Θέμιδα Μπαζάκη, Αλέκο Ουδινότη και άλλους.
Τρεις διαπλεκόμενες ιστορίες, που διαδραματίζονται στην Αθήνα, τον Αύγουστο.
Τρεις ιστορίες που διαδραματίζονται κατά το μήνα Αύγουστο, όταν η Αθήνα είναι μια άδεια και πυρωμένη πόλη. Στην πρώτη ιστορία, ένας συνταξιούχος ναυτικός, ο Νικόλας, περιθάλπει με τις ευλογίες της συζύγου του μια δυστυχισμένη μεσήλικη γυναίκα η οποία λιποθύμησε στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο. Στη δεύτερη, δύο άγνωστες μεταξύ τους φωνές, του τραπεζικού υπάλληλου Λευτέρη και της μοναχικής Ειρήνης, ερωτοτροπούν κάθε απόγευμα τηλεφωνικά, αλλά το νήμα της επαφής τους κόβεται, όταν ο άντρας κατορθώνει να εντοπίσει τη συνομιλήτριά του. Και στην τρίτη, μια γηραιά κυρία συνδέεται φιλικά με μια νεότερή της γειτόνισσα, διασκεδάζοντας μ’ αυτό τον τρόπο τη μοναξιά της. Όταν διαπιστώνει ότι η νεαρή γυναίκα την έχει εξαπατήσει, αρνείται να την καταγγείλει. Κοινός άξονας η μοναξιά και η ανάγκη για επαφή. Τον Αύγουστο, που οι κάτοικοι της πρωτεύουσας φεύγουν κυνηγημένοι, σχεδόν «εξόριστοι», από τον τερατώδη μηχανισμό που οι ίδιοι έστησαν και συντηρούν, προκειμένου να τους οδηγήσει σε μία καλύτερη, όπως κάποτε νόμισαν, ζωή.
Ερώτηση: πόση μοναξιά κρύβεται σήμερα στις ευάλωτες ψυχές των ηρώων σας; Εσείς νιώθετε μοναξιά;
Στάση 8: Ακροπόλ (1995)
Σκηνοθεσία και σενάριο: Παντελής Βούλγαρης. Με τους Λευτέρη Βογιατζή, Σταύρο Παράβα, Κωνσταντίνο Τζούμα, Θέμιδα Μπαζάκα και πολλούς άλλους. Το τραγούδι του Πορτοκάλογλου Κλείσε τα μάτια σου συγκλονιστικό.
Ο «πρίγκηπας» ανεβάζει καινούρια παράσταση στο θέατρο «Ακροπόλ». Στην πρεμιέρα διώχνει μία από τις πρωταγωνίστριες επειδή ήταν μεθυσμένη. Στη θέση της, αποφασίζει να προσλάβει ένα πρώην παιδί-θαύμα του κινηματογράφου και το γεγονός αυτό θα προκαλέσει αναταράξεις μεταξύ των μελών του θιάσου. Η δεκαετία που διαδραματίζεται η ιστορία του Ακροπόλ είναι μια ανήσυχη περίοδος για την Ελλάδα, τόσο πολιτικά όσο κοινωνικά και οικονομικά. Σε ταινίες του ο Βούλγαρης εξετάζει βαθύτερα τις άμεσες επιδράσεις της εποχής στην ανθρώπινη ψυχή. Στο Ακροπόλ προτιμάει να εστιάσει στον θεατρικό κόσμο και μέσα από αυτόν να αναπολήσει το ελληνικό θέατρο γενικότερα και την μουσική επιθεώρηση ειδικότερα. Πίσω από την λάμψη των θεατρικών παραγωγών, ο σκηνοθέτης παρατηρεί το ανθρώπινο πρόσωπο, τα συναισθήματα, τις ελπίδες και τα πάθη. Με μεστούς διαλόγους και έντονες ερμηνείες, η ταινία νοσταλγικά περιγράφει τα καλλιτεχνικά δρώμενα αλλά και μας ταξιδεύει στον εσωτερικό κόσμο των καλλιτεχνών. Με ένα ίσως μελαγχολικό ύφος παρουσιάζονται οι ανασφάλειες, οι αδυναμίες, οι συγκρούσεις αλλά και οι επιτυχίες των ηθοποιών της επιθεώρησης.
Ερώτηση: σε μία συνέντευξή σας είχατε πει, κύριε Βούλγαρη: «Εγώ ο ίδιος αναρωτιέμαι σ’ αυτή την ηλικία κατά πόσο η τέχνη μπορεί να αναπληρώσει τη ζωή. Έχω καταλήξει, λοιπόν, πως όχι: δεν μπορεί να την αναπληρώσει». Θα θέλατε να μας το σχολιάσετε αυτό;
Στάση 9: Όλα είναι δρόμος (1998)
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης. Σενάριο: Παντελής Βούλγαρης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Με τους: Θανάσης Βέγγος, Γιώργος Αρμένης, Δημήτρης Καταλειφός, Αγγελική Λεμονή.
Ένας αρχαιολόγος, επηρεασμένος από μία πρόσφατη ανακάλυψη, αναζητά τους φίλους του γιου του που αυτοκτόνησε ένα χρόνο πριν. Μία ομάδα ορνιθολόγων ταξιδεύει στο Δέλτα του Έβρου για να παρατηρήσουν την τελευταία νανόχηνα που ζει στο ποτάμι. Ένας εργοστασιάρχης πίνει σε ένα επαρχιακό νυχτερινό κέντρο για να ξεχάσει τον πρόσφατο χωρισμό του. Τρεις διαφορετικές – μα και τόσο όμοιες – μεταξύ τους ιστορίες συνθέτουν ένα από τα χαρακτηριστικότερα φιλμ του Παντελή Βούλγαρη. Τρεις ιστορίες, που αναδεικνύουν τρεις διαφορετικές ανθρώπινες συμπεριφορές, στο πως βιώνουν και χειρίζονται μια δύσκολη κατάσταση. Ο κοινός παρανομαστής των ιστοριών αυτών είναι η απώλεια αυτού που πιστεύει ο καθένας, ότι δίνει νόημα στη ζωή του και που η λογική σκέψη αδυνατεί να δώσει κάποια λύση. Αφού “όλα είναι δρόμος”, τα πάντα βρίσκονται σε κίνηση σε αυτή την ξεχωριστή ταινία του Βούλγαρη, που αξιοποιεί τις δυνατότητες της κινούμενης κάμερας και φιλμάρει με δυναμισμό της ασύμπτωτες μεταξύ τους, αλλά δραματικές, συναντήσεις των ηρώων του με το πεπρωμένο.
Ερώτηση 9: «Έστησα δεκάδες βραδιές ποίησης στα ξέφωτα των δασών», είπε ο σκηνοθέτης για την ταινία αυτή, «συναυλίες στις πλατείες επαρχιακών πόλεων, θεατρικά δρώμενα στα σταυροδρόμια συνύπαρξης των ορθόδοξων και των μουσουλμάνων κοντά στα σύνορα. Αγάπησα τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους, ήπια κρασί, έκανα φίλους. Έπιασα τις αλλιώτικες ματιές τους, τις μυρωδιές τους, τους ήχους τους.» Τι σας μένει από εκείνη την ταινία, σήμερα είκοσι χρόνια μετά;
Στάση 10: Νύφες (2004)
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης. Σενάριο: Ιωάννα Καρυστιάνη. Με τους Τοτσικας Γιαννης, Καλαρογλου Σταυρο, Καταλειφό Δημήτρη, Ιγγλεση Ειρηνη, Ανδρεαδακη Ευαγγελια, Βικτώρια Χαραλαμπίδου.
Μια από τις πιο φιλόδοξες ελληνικές παραγωγές. Η ταινία διαθέτει ποίηση, ομολογουμένως όμορφες σκηνές και ένα «δυνατό» φινάλε, με τους γαμπρούς που περιμένουν στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Ο Παντελής Βούλγαρης περιβάλλει με ευαισθησία τις ιστορίες φτωχών κοριτσιών που ταξιδεύουν προς μια άγνωστη χώρα, όπου τα περιμένουν άγνωστοι σύζυγοι. Διόλου τυχαία, ήταν η πρώτη σε εισπράξεις ελληνική παραγωγή (περίοδος 2004-2005). Το 1922, λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ένα καράβι σαλπάρει από τη Σμύρνη με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Επτακόσιες κοπέλες από την Ελλάδα, τη Ρωσία και την Τουρκία ταξιδεύουν στις ΗΠΑ όπου θα παντρευτούν, καλύπτοντας τις ανάγκες των εργένηδων μεταναστών. Μία από αυτές ερωτεύεται έναν Αμερικανό φωτογράφο που επιστρέφει στην πατρίδα του. Μία φιλόδοξη και σοβαρή απόπειρα για ένα φιλμ πέρα από τα ελληνικά δεδομένα. Οι Νύφες είναι μία άρτια παραγωγή, την επιμέλεια της οποίας είχε ο Μάρτιν Σκορσέζε, σε σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη. Με τη βοήθεια της ατμοσφαιρικής φωτογραφίας του Γιώργου Αρβανίτη και τη μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη, ο Βούλγαρης δημιουργεί ένα συναισθηματικό ηθογραφικό φιλμ, που μας μεταφέρει στο 1922, αποτυπώνοντας το ταξίδι 700 γυναικών από τα Βαλκάνια προς τη Νέα Υόρκη, για να βρεθούν με τους άγνωστους άντρες τους οποίους παντρεύτηκαν μέσω αλληλογραφίας.
Ερώτηση 10: Διαφορετική ταινία οι Νύφες από όσα είχατε κάνει μέχρι τότε;
Στάση 11: Ψυχή Βαθιά (2009)
Σκηνοθεσία και σενάριο: Παντελής Βούλγαρης. Με τους Γιώργος Αγγέλκο, Χρήστο Καρτέρη, Γιώργο Συμεωνίδη, Βαγγέλη Μουρίκη, Βικτώρια Χαραλαμπίδου και άλλους.
Δραματική ταινία, που ισορροπεί ανάμεσα στη σκληρότητα της τραγικής πραγματικότητας του Εμφυλίου Πολέμου και των ανθρώπινων καταστάσεων και συναισθημάτων, που πηγάζουν πάντα σε τέτοιες δύσκολες ώρες. Με τη μουσική του Γιάννη Αγγελάκα και τον αγαπητό σε όλους ηθοποιό Θανάση Βέγγο. Στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, κατά τους τελευταίους μήνες του πολέμου δύο αδέλφια έχουν επιστρατευτεί: ο Ανέστης από τον Εθνικό στρατό και ο Βλάσης από το Δημοκρατικό στρατό. Μεγαλωμένα στα χωριά και τα βουνά της περιοχής, χρησιμοποιούνται ως οδηγοί, σε άγνωστα και δύσβατα μονοπάτια και περάσματα. Μαζί τους ο καπετάν-Ντούλας, η πολυβολήτρια Γιαννούλα, ο ανθυπολοχαγός Τριαντάφυλλος, ο ταξίαρχος Τσαγκλής, ο Καλαματιανός δεκανέας, η 14χρονη αντάρτισσα Φούλα και δεκάδες στρατιώτες και αντάρτες, όλοι τους πολύ νέοι που σκοτώνουν και σκοτώνονται σ’ αυτόν τον παράλογο πόλεμο. Οι μικρές ιστορίες του καθενός γράφονται στις μάχες, που φουντώνουν στα υψώματα. Ο Βούλγαρης κινηματογραφεί ατμοσφαιρικά, λυρικά αλλά και σφριγηλά, τεντωμένα και αιχμηρά τις σκηνές των μαχών, υπηρετώντας με ακρίβεια το παιχνίδι της πολεμικής περιπέτειας (τέτοιες σκηνές δεν έχουμε ξαναδεί σε ελληνική ταινία), έχοντας απρόσμενο σύμμαχο την κατάλληλη και σύγχρονη ματιά στη μουσική επένδυση από τον Γιάννη Αγγελάκα. Κάνει σπουδαία δουλειά σε περιφερειακούς αλλά κρίσιμους χαρακτήρες, όπως με τον Καπετάν Ντούλα (Βαγγέλης Μουρίκης), τον Τριαντάφυλλο (Γιώργος Συμεωνίδης) και κυρίως τη δυναμική, ανατριχιαστική Βικτώρια Χαραλαμπίδου στον ρόλο της κοκκινομάλλας, μαχητικής και αμφιλεγόμενης Γιαννούλας. Σπαρακτική η παρουσία του Θανάση Βέγγου σε ένα από τα πιο δυνατά στιγμιότυπα της ταινίας όταν έρχεται σαν ένας άλλος Πρίαμος να ζητήσει τη σωρό του εγγονού του για να την πάει στο χωριό του και να την θάψει.
Ερώτηση 11: γιατί τόσος πόλεμος για τη συγκεκριμένη ταινία, κύριε Βούλγαρη; Γιατί τόσο μένος εναντίον σας με αφορμή την εν λόγω ταινία;
Στάση 12: Μικρά Αγγλία (2013)
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης, Σενάριο Ιωάννα Καρυστιάνη. Με τους: Ανδρέα Κωνσταντίνου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Σοφία Κόκκαλη, Αννέζα Παπαδοπούλου, Μάξιμο Μουμούρη.
Μικρά Αγγλία είναι η Άνδρος της δεκαετίας του ’30, με την ακμάζουσα ναυτιλία της. Έρωτας, ανεκπλήρωτο πάθος και καταπίεση στην κλειστή νησιωτική κοινωνία και η καταλυτική επίδραση του χρήματος και των εξουσιαστικών σχέσεων στην ανθρώπινη μοίρα. Μια ιδιαίτερα προσεγμένη παραγωγή και ακόμη μία ταινία στην οποία ο Παντελής Βούλγαρης συλλαμβάνει με οξυδέρκεια και ευαισθησία το πνεύμα της εποχής κατά την οποία διαδραματίζεται η ιστορία του. Με διεισδυτική και στοχαστική ματιά υπηρετεί κινηματογραφικά μία σύνθετη ιστορία, που φωτίζει τις σκιές της καθημερινότητας, τα κρυμμένα μυστικά, τις ταραγμένες σχέσεις και το κόστος της υποταγής. Για μία ακόμη φορά εμπιστεύεται τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς, οι οποίοι και τον δικαιώνουν απόλυτα. Παράλληλα αναδεικνύει και ψυχογραφεί σε βάθος το πολυπληθές του καστ.
Ερώτηση 12: «Ένα ανεκπλήρωτο ως τώρα όνειρο μου ήταν να κάνω μια ταινία στην Άνδρο. Γυρίζω ταινίες εδώ και σχεδόν 50 χρόνια. Κάθε φορά η πρόθεση και ο στόχος μου είναι να εμβαθύνω όσο μπορώ στα ανθρώπινα. Στους καημούς και στις ελπίδες, στις σημαδιακές εμπειρίες της ζωής, στα γυρίσματα της τύχης, στις σκιές που συνωστίζονται στη σκέψη και στις ψυχές των απλών ανθρώπων.”, λέει χαρακτηριστικά ο Παντελής Βούλγαρης, σε μία συνέντευξή του. Έχετε ανεκπλήρωτα όνειρα;
Στάση 13: Το τελευταίο σημείωμα (2017)
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης Σενάριο: Ιωάννα Καρυστιάνη-Παντελής Βούλγαρης. Πρωταγωνιστούν: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αντρέ Χένικε, Μελία Κράιλινγκ, Τάσος Δήμας, Αινείας Τσαμάτης, Βασίλης Κουκαλάνι.
Ο 34χρονος Ναπολέων Σουκατζίδης, αγωνιστής του ΚΚΕ και κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές από το 1936, βρίσκεται την περίοδο της φυλακής του στο Χαϊδάρι λίγο πριν από το τέλος της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα να εκτελεί χρέη διερμηνέα του γερμανού διοικητή του στρατοπέδου Καρλ Φίσερ. Όταν ο στρατιωτικός διοικητής της Λακωνίας και οι προσωπικοί φρουροί του πέφτουν νεκροί στους Μολάους από παγίδα της ελληνικής Αντίστασης, αποφασίζεται από τη γερμανική ηγεσία ως αντίποινα η εκτέλεση 50 Ελλήνων για κάθε ένα νεκρό Γερμανό.
Ο Παντελής Βούλγαρης επιστρέφει στην προσφιλή του θεματολογία, το ιστορικό δράμα εποχής, και αναμειγνύει το πραγματικό γεγονός της εκτέλεσης των 200 Ελλήνων στο σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 με στοιχεία μυθοπλασίας τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι αυθεντικά.
ΠΡΟΒΟΛΗ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ.
Ερωτήσεις για το τελευταίο σημείωμα. Ενδεικτικές ερωτήσεις.
• Πείτε μας λίγα λόγια για την ταινία.
• Και γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε ειδικά με το πρόσωπο του Σουκατζίδη;
• Εκτιμάτε πως στην ελληνική κοινωνία σήμερα, υπάρχει διάθεση αναζήτησης τέτοιων προτύπων και υιοθέτησης μιας παρόμοιας στάσης ζωής;
• Διαχρονικά οι ηθοποιοί σας, πέρα από την ερμηνευτική τους ικανότητα, ξεχωρίζουν για τη φωτογένεια και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα κριτήρια στη σκέψη σας όταν τους επιλέγετε;
• Με ποιον τρόπο επιλέξατε το κέντρο βάρους της αφήγησης; Υπάρχουν τόσα πράγματα που μπορείς να πεις για εκείνην την εποχή και για τον άγνωστο ήρωά της Ναπολέοντα Σουκατζίδη.
• Ποιες απαιτήσεις αντιμετωπίζει μια μεγάλη παραγωγή όπως το «Τελευταίο Σημείωμα»;
• Πώς βλέπετε τη σημερινή κινηματογραφική παραγωγή συγκριτικά με το ρεύμα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, του οποίου υπήρξατε από τους πρωτεργάτες;
• Λείπουν ταινίες ιστορικού περιεχομένου από το ελληνικό σινεμά;
• Τι μας έχει φέρει σήμερα σε αυτό το παθητικό σημείο;
• Οι ιστορικές αναφορές είναι αναπόσπαστο κομμάτι του σινεμά σας, στο οποίο το κοινό ανταποκρίνεται.
• Και ο γιος σας, ο Αλέξανδρος, συμμετέχει στην ταινία συνθέτοντας τη μουσική. Η κόρη σας βοήθησε στο κάστινγκ;
• Εμένα μου έδινε την αίσθηση, είπε κάποιος, ότι αυτό το σημείωμα θα είναι κάποιο highlight στο φινάλε ή κάτι που κρύβει… ένα μυστικό; Κάτι που πρέπει να περιμένω. Και στο τέλος δεν αισθάνθηκα ότι υπήρχε κάποιο μυστήριο που λύνεται. Γιατί «Το Τελευταίο Σημείωμα», λοιπόν;

















