Όσο πιο αφράτο γίνεται το μείγμα του βουτύρου, τόσο πιο αφράτος θα γίνει και ο κουραμπιές. Για αυτό χτυπάμε δυνατά και για αρκετή ώρα το βούτυρο με τη ζάχαρη.
Μόλις όμως προσθέσουμε το αλεύρι, πρέπει το χτύπημα να γίνεται αργά, σε χαμηλή ταχύτητα, για να μην καταστραφεί η αφράτη υφή που έχει αποκτήσει το μείγμα.
Για λευκούς και εύθρυπτους κουραμπιέδες πρέπει το ψήσιμο να γίνεται λίγη ώρα και σε χαμηλή θερμοκρασία ώστε να μην αποκτήσουν τραχιά και σκληρή υφή και να μην πάρουν καφέ χρώμα. Επειδή κάθε φούρνος είναι διαφορετικός, ρυθμίζουμε τη θερμοκρασία αναλόγως του πόσο δυνατά ψήνει ο δικός μας. Ιδανικά ψήνουμε γύρω στους 170°C, για περίπου 20-30 λεπτά, ανάλογα βέβαια και με το μέγεθος των κουραμπιέδων.
Απαραίτητο είναι να ζαχαρωθούν όταν είναι κρύοι, γιατί, αν είναι ζεστοί, η πρώτη στρώση ζάχαρης λασπώνει και δημιουργεί ένα χοντρό υπόστρωμα που δεν είναι ευχάριστο όταν το τρώμε.
Για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα νοτίσουν οι κουραμπιέδες, μπορούμε να ρίξουμε επιπλέον κορν φλάουρ (περίπου 1 κουταλιά) στην άχνη που χρησιμοποιούμε στο πασπάλισμα.
Αν θέλουμε να αρωματίσουμε τους κουραμπιέδες με ανθόνερο ή ροδόνερο, τους ραντίζουμε μόλις τους βγάλουμε από το φούρνο. Αφήνουμε να κρυώσουν και μετά τους αχνίζουμε.
Σκεπάζουμε καλά την πιατέλα γιατί οι κουραμπιέδες απορροφούν εύκολα υγρασία και μπορεί να χάσουν την τραγανή υφή τους.

















