Στο όνομα της διαφάνειας, ο βασιλιάς Κάρολος Γ΄ αποκάλυψε το ύψος των φόρων που καταβάλλει. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η μικρή «αχτίδα φωτός» στα οικονομικά της βασιλικής οικογένειας δεν λέει σχεδόν τίποτα για το πραγματικό του εισόδημα ή την περιουσία του. Αντί να ανοίξει πλήρως τους λογαριασμούς του σε δημοκρατικό έλεγχο, η δημοσιοποίηση αυτή ίσως λειτουργεί απλώς ως αντιπερισπασμός από τη γενναία αύξηση των κρατικών κονδυλίων προς τον μονάρχη, σε μια περίοδο που η Βρετανία καλείται να σφίξει το ζωνάρι.
Ο Κάρολος είναι ο πρώτος Βρετανός μονάρχης που αποκαλύπτει δημόσια πόσο φόρο πληρώνει, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη μιας πιο ανοιχτής εποχής. Σύμφωνα με το Παλάτι, κατέβαλε 12,9 εκατομμύρια λίρες στην εφορία για το οικονομικό έτος 2024-2025, γεγονός που τον κατατάσσει ανάμεσα στους 100 μεγαλύτερους φορολογούμενους της χώρας.
Ωστόσο, συγκαταλέγεται και στους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, και η καταβολή υψηλών φόρων από έναν εξαιρετικά εύπορο πολίτη δεν θεωρείται πράξη γενναιοδωρίας, αλλά αναμενόμενη υποχρέωση. Επιπλέον, η αποκάλυψη δεν διευκρινίζει τον πραγματικό φορολογικό του συντελεστή. Ενώ οι Βρετανοί με ετήσιο εισόδημα άνω των 125.140 λιρών φορολογούνται με ανώτατο συντελεστή 45%, δεν είναι γνωστό πώς οι λογιστές του Καρόλου υπολόγισαν το ποσό των 12,9 εκατομμυρίων, ούτε πόσο αφορά φόρο εισοδήματος και πόσο φόρο υπεραξίας.
Παραμένει επίσης άγνωστο ποιες φορολογικές εκπτώσεις αξιοποίησε. Η βασιλική οικογένεια έχει στο παρελθόν εκπέσει δαπάνες όπως οι μισθοί των μπάτλερ, ή η συντήρηση των βασιλικών αλόγων. Παράλληλα, ο βασιλιάς απαλλάσσεται από μια σειρά άλλων υποχρεώσεων: δεν πλήρωσε φόρο κληρονομιάς για την περιουσία που κληρονόμησε από τη μητέρα του, ενώ δεν υποχρεούται να δημοσιοποιεί τις επενδύσεις του και εξαιρείται από τη νομοθεσία περί ελευθερίας της πληροφόρησης και ακόμη και από ορισμένους κανόνες υγείας και ασφάλειας.
Οι υποστηρικτές της μοναρχίας υποστηρίζουν ότι ο Κάρολος, ως ενσάρκωση του Στέμματος και του κράτους, δεν είχε καμία νομική υποχρέωση να πληρώσει φόρους και άρα αξίζει αναγνώριση. Οι επικριτές, όμως, διαφωνούν. Αν επιθυμεί δημόσιο έπαινο, λένε, θα πρέπει να δημοσιοποιήσει πλήρως τα οικονομικά του στοιχεία ώστε να είναι δυνατή μια ουσιαστική συζήτηση για το αν φορολογείται με τους ίδιους όρους όπως οι υπόλοιποι πολίτες.
Διαφορετικά, οι περίπου 400 σελίδες οικονομικών καταστάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η φορολογική δήλωση, μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακή άσκηση παρά με πραγματική διαφάνεια. Όπως σχολιάζει ο φορολογικός ειδικός Νταν Νάιντλ: «Αν θέλουμε να πληρώνουμε λιγότερα στον βασιλιά, τότε ας του δίνουμε λιγότερα χρήματα, αντί να του καταβάλλουμε 130 εκατομμύρια και μετά να αφαιρούμε 12 εκατομμύρια σε φόρους. Πρόκειται για μια παράξενη κυκλικότητα.»
Οι λογαριασμοί της μοναρχίας δείχνουν ότι ο Κάρολος έλαβε 137,9 εκατομμύρια λίρες από το Sovereign Grant, το κρατικό κονδύλι που χρηματοδοτεί τα επίσημα καθήκοντα της βασιλικής οικογένειας, τη συντήρηση των ανακτόρων και άλλες λειτουργικές δαπάνες. Το ποσό είναι αυξημένο λόγω των εργασιών ανακαίνισης του Παλατιού του Μπάκιγχαμ. Την επόμενη χρονιά προβλέπεται να μειωθεί στα 100 εκατομμύρια λίρες, παραμένοντας ωστόσο διπλάσιο σε σχέση με πριν από τρία χρόνια. Το κόστος της βασιλικής ασφάλειας εξακολουθεί να παραμένει απόρρητο.
Επιπλέον, ο βασιλιάς εισέπραξε άλλα 25,2 εκατομμύρια λίρες από το Δουκάτο του Λάνκαστερ, ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο ακινήτων και γαιών, το οποίο οι υποστηρικτές της κατάργησης της μοναρχίας θεωρούν ότι θα έπρεπε να ανήκει στο κράτος και όχι στη βασιλική οικογένεια. Διαθέτει επίσης σημαντικά έσοδα από ιδιωτικές επενδύσεις και από τις βασιλικές κατοικίες στο Μπαλμόραλ και στο Σάντρινγκαμ.
Οι επικριτές δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν τόσο γενναιόδωρη χρηματοδότηση τη στιγμή που η κυβέρνηση αντιμετωπίζει πιέσεις για τη χρηματοδότηση βασικών δημόσιων υπηρεσιών. Σύμφωνα με τον Γκρέιαμ Σμιθ της οργάνωσης Republic, ακόμη και μετά τη μείωσή του, το Sovereign Grant θα έχει αυξηθεί κατά 222% από την καθιέρωσή του το 2012, ποσοστό πολλαπλάσιο του πληθωρισμού. Όπως επισημαίνει, την ίδια περίοδο η χρηματοδότηση ανά μαθητή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκε μόλις κατά 12%, στη δευτεροβάθμια μειώθηκε κατά 3%, ενώ οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται κατά περίπου 3,8% ετησίως.
Κριτική δέχεται και ο διάδοχος του θρόνου, πρίγκιπας Ουίλιαμ. Για χρόνια εισέπραττε περίπου 1,5 εκατομμύριο λίρες ετησίως από τη μίσθωση μιας ανενεργής φυλακής στο Ντάρτμουρ προς το βρετανικό σωφρονιστικό σύστημα, παρότι οι εγκαταστάσεις είχαν κριθεί ακατάλληλες λόγω υψηλών επιπέδων ραδονίου. Αντί να καταργήσει τη σύμβαση, ανακοίνωσε ότι θα διαθέτει εθελοντικά τα σχετικά έσοδα σε έργα ανάπτυξης της περιοχής, η οποία ανήκει στο Δουκάτο της Κορνουάλης.
Κατά το τελευταίο οικονομικό έτος, ο Ουίλιαμ εισέπραξε συνολικά 22,9 εκατομμύρια λίρες από το Δουκάτο και κατέβαλε 7,8 εκατομμύρια σε φόρους, δηλαδή πραγματικό συντελεστή περίπου 33%. Οι σύμβουλοί του υποστηρίζουν ότι το ποσοστό είναι χαμηλότερο από το 45% επειδή αφαιρούνται τα έξοδα λειτουργίας του νοικοκυριού του και τα έξοδα άσκησης των επίσημων καθηκόντων του.
Η μητέρα του Καρόλου, βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, άρχισε να πληρώνει φόρους μόλις μετά τη δημόσια κατακραυγή που προκάλεσε η κρατική χρηματοδότηση της αποκατάστασης του Κάστρου του Ουίνδσορ μετά την πυρκαγιά του 1992. Η σημερινή επίδειξη διαφάνειας έρχεται επίσης μετά τα σκάνδαλα που συνδέθηκαν με τον αδελφό του βασιλιά, πρίγκιπα Άντριου, και τις σχέσεις του με τον καταδικασμένο χρηματιστή, Τζέφρι Έπστιν.
Παράλληλα, η κοινή γνώμη αντέδρασε έντονα όταν αποκαλύφθηκε ότι ο πρίγκιπας Άντριου κατοικούσε επί δεκαετίες με συμβολικό ενοίκιο σε έπαυλη εντός του Κάστρου του Ουίνδσορ, ενώ υπό εξέταση βρέθηκαν και οι στεγαστικές διευκολύνσεις που απολαμβάνουν οι κόρες του.
Τέλος, παρά την κρατική επένδυση ύψους 369 εκατομμυρίων λιρών για την ανακαίνιση του Παλατιού του Μπάκιγχαμ, έγινε γνωστό ότι ο βασιλιάς Κάρολος και η βασίλισσα Καμίλα δεν σκοπεύουν ποτέ να κατοικήσουν εκεί. Προτιμούν την άνεση του Clarence House, απέναντι από το παλάτι, ενός από τα 22 κύρια βασιλικά τους ακίνητα. Σύμφωνα με τον υπεύθυνο των βασιλικών οικονομικών, Τζέιμς Τσάλμερς, το Μπάκιγχαμ θα παραμείνει το «αρχηγείο της μοναρχίας». Οι επικριτές, ωστόσο, αναρωτιούνται αν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί διαφορετικά προς όφελος της κοινωνίας, ακόμη και ως νοσοκομείο.

















