Υπάρχει μια λάθος συνήθεια στις αγορές κάθε φορά που ανοίγει ένα μεγάλο γεωπολιτικό μέτωπο. Στην αρχή όλοι ψάχνουν το ίδιο παραμύθι.
Μια σύντομη έκρηξη, λίγη ένταση, μερικές βαριές δηλώσεις, ένα απότομο spike στο πετρέλαιο και μετά επιστροφή στην κανονικότητα. Σαν να υπάρχει πάντα κάπου μια κρυφή έξοδος κινδύνου. Σαν στο τέλος κάποιος να πατήσει φρένο. Μόνο που αυτή τη φορά, το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό. Ότι το φρένο δεν το «βλέπει» κανείς.
Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν δεν φοβίζει μόνο επειδή είναι βίαιη. Φοβίζει επειδή όσο αυξάνεται το κόστος της, τόσο μειώνεται το πολιτικό περιθώριο αποκλιμάκωσης. Όσο περισσότερο επενδύουν οι βασικοί παίκτες στρατιωτικά, διπλωματικά και επικοινωνιακά, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να σταματήσουν χωρίς να παραδεχθούν ότι δεν πέτυχαν αυτό που υποσχέθηκαν. Κι εκεί ακριβώς αρχίζει η παγίδα.
Γιατί οι πόλεμοι πολλές φορές δεν συνεχίζονται επειδή όλοι πιστεύουν ότι κερδίζουν. Συνεχίζονται επειδή κανείς δεν αντέχει να φανεί ότι χάνει. Άλλωστε στην πολιτική φαίνεται όλα να είναι επικοινωνία!
Αυτό είναι το σημείο που συχνά υποτιμούν οι αγορές. Δεν αρκεί να μετρήσεις το αρχικό σοκ. Πρέπει να μετρήσεις και την αδράνεια της κλιμάκωσης. Δηλαδή εκείνη τη φάση όπου η σύγκρουση αποκτά τη δική της δυναμική και σπρώχνει τις πλευρές όχι σε άμεση έξοδο, αλλά σε ακόμη έναν γύρο πίεσης. Όχι γιατί είναι η καλύτερη λύση, αλλά γιατί μοιάζει πολιτικά λιγότερο επώδυνη από μια άτακτη υποχώρηση.
Με απλά λόγια, όλοι βλέπουν τον γκρεμό, αλλά κανείς δεν θέλει να είναι ο πρώτος που θα κάνει πίσω από το τιμόνι.
Και αυτό ακριβώς είναι που τρομάζει τις αγορές περισσότερο από τους τίτλους του πολέμου. Όχι μόνο οι εκρήξεις. Η απουσία καθαρής εξόδου. Η αίσθηση ότι η κρίση δεν έχει ακόμη βρει το σημείο όπου οι παίκτες μπορούν να σταματήσουν χωρίς να πληγούν εσωτερικά. Ότι πριν έρθει η αποκλιμάκωση, μπορεί να προηγηθεί κι άλλο escalation.
Εκεί μπαίνει και το πραγματικό οικονομικό ζήτημα: Η ενέργεια. Και το κόστος αυτής.
Γιατί η αγορά δεν διαβάζει απλώς «Μέση Ανατολή». Διαβάζει αμέσως πετρέλαιο, φυσικό αέριο, εφοδιαστικές ροές, Στενά του Ορμούζ, θαλάσσιους διαδρόμους, ασφάλιστρα κινδύνου, ναύλους, κόστη παραγωγής. Δηλαδή διαβάζει τον μηχανισμό με τον οποίο ένας περιφερειακός πόλεμος μπορεί να γίνει παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα.
Αυτό είναι το πραγματικό χαρτί του Ιράν. Όχι απαραίτητα να κερδίσει με τους κλασικούς στρατιωτικούς όρους, αλλά να ανεβάσει το κόστος τόσο πολύ, ώστε η πίεση να μεταφερθεί από το πεδίο της μάχης στις αγορές, στην ενέργεια και τελικά στην πολιτική αντοχή της Δύσης. Να μετατρέψει τη στρατιωτική ένταση σε οικονομικό πονοκέφαλο. Να κάνει το ερώτημα της σύγκρουσης όχι μόνο στρατηγικό, αλλά και πληθωριστικό.
Και εκεί αλλάζει όλο το παιχνίδι.
Γιατί τότε η αγορά δεν σκέφτεται μόνο αν θα συνεχιστεί ο πόλεμος. Σκέφτεται αν θα ξαναζωντανέψει ο πληθωρισμός μέσω της ενέργειας. Σκέφτεται αν οι κεντρικές τράπεζες θα χάσουν τον χώρο που είχαν για χαλάρωση. Σκέφτεται αν το σενάριο των ευκολότερων μειώσεων επιτοκίων αρχίζει να ξεθωριάζει. Και όταν αυτό αρχίζει να ξεθωριάζει, χτυπιούνται μαζί ομόλογα, μετοχές και αποτιμήσεις που είχαν στηθεί πάνω στην ελπίδα ότι το χρήμα θα γίνει φθηνότερο.
Η αλυσίδα είναι ωμή. Γεωπολιτική ένταση, ακριβότερη ενέργεια, φόβος για επίμονο πληθωρισμό, πιο δύσκολη δουλειά για τις κεντρικές τράπεζες, νευρικότητα στις αγορές και ένας πολιτικός ηγέτης που χρησιμοποιεί μια ρητόρια που όμοιά της δεν ξέρω αν έχουμε ξαναδεί!
Αυτός είναι ο λόγος που η αγορά δεν αντιδρά απλώς σε έναν πόλεμο. Αντιδρά σε ένα ενδεχόμενο να ξαναχαλάσει ολόκληρη η αφήγηση των επόμενων μηνών.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ελληνικό χρηματιστήριο δεν μπορεί να παριστάνει τον αμέτοχο παρατηρητή. Δεν υπάρχει “τοπική εξαίρεση” όταν το διεθνές σύστημα ξανατιμολογεί ρίσκο. Η Αθήνα μπορεί να έχει τις δικές της ιστορίες, τις δικές της επιχειρηματικές επιδόσεις, τις δικές της τραπεζικές προοπτικές, αλλά όταν ο παγκόσμιος επενδυτής πατάει pause, το ταμπλό θα το νιώσει.
Ειδικά οι τράπεζες.
Όχι απαραίτητα επειδή ξαφνικά άλλαξαν τα θεμελιώδη τους από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά επειδή οι τράπεζες είναι ο πιο γρήγορος τρόπος της αγοράς να ξανατιμολογήσει ανάπτυξη, επιτόκια και risk appetite. Είναι το πιο εύκολο “κουμπί” για να μειωθεί η έκθεση σε μια αγορά που θεωρείται πιο επιθετικό στοίχημα. Γι’ αυτό και η πίεση πάνω τους δεν σημαίνει πάντα κατάρρευση του story. Συχνά σημαίνει ότι η αγορά μικραίνει το θάρρος της.
Και αυτό θέλει μεγάλη προσοχή.
Γιατί σε τέτοιες φάσεις, το λάθος γίνεται από τις δύο πλευρές. Οι μεν βιάζονται να δουν πανικό και κατάρρευση. Οι δε βιάζονται να δουν ευκαιρία σε κάθε πτώση. Η αλήθεια συνήθως είναι πιο άβολη. Όταν η γεωπολιτική κρίση δεν έχει καθαρή έξοδο, το volatility δεν είναι ευκαιριακό επεισόδιο. Είναι καθεστώς. Η αγορά μπορεί να γράψει αντίδραση, μπορεί να βγάλει ανακούφιση, μπορεί να δώσει τεχνικά ριμπάουντ, αλλά μέχρι να φανεί σοβαρά ο δρόμος της αποκλιμάκωσης, ο φόβος θα επανέρχεται.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη, εξίσου κρίσιμο, αλλά λιγότερο θορυβώδες. Σε τέτοιες περιόδους δεν τρομάζει μόνο το πετρέλαιο. Τρομάζει και η πιθανότητα να ανοίξουν τα “μαύρα κουτιά” του συστήματος. Εκεί όπου οι αποτιμήσεις είναι θολές, η ρευστότητα λιγότερο βαθιά απ’ όσο δείχνει και η αυτοπεποίθηση πιο εύθραυστη απ’ όσο παραδέχεται η αγορά. Όσο ανεβαίνει η γεωπολιτική πίεση και όσο ακριβαίνει η ενέργεια, τόσο περισσότερο οι επενδυτές θυμούνται ότι σε περιόδους στρες δεν σπάνε μόνο τα προφανή. Σπάνε και όσα μέχρι χθες έμοιαζαν ασφαλή απλώς επειδή κανείς δεν τα κοίταζε πολύ προσεκτικά.
Η ουσία λοιπόν είναι μία.
Οι αγορές σήμερα δεν φοβούνται μόνο ότι υπάρχει πόλεμος. Φοβούνται ότι η λογική αυτού του πολέμου σπρώχνει προς ακόμη λίγο πόνο πριν φανεί η έξοδος. Φοβούνται ότι η σύγκρουση δεν έχει μπει ακόμη στο σημείο της εκτόνωσης, αλλά παραμένει στο σημείο όπου κάθε παίκτης ελπίζει ότι ο άλλος θα λυγίσει πρώτος. Φοβούνται ότι η ενέργεια μπορεί να γίνει το εργαλείο με το οποίο το στρατιωτικό σοκ θα περάσει στην τσέπη, στον πληθωρισμό, στα επιτόκια και τελικά στις αποτιμήσεις.
Με άλλα λόγια, η αγορά δεν κοιτά μόνο τον χάρτη της Μέσης Ανατολής. Κοιτά τον λογαριασμό που μπορεί να φτάσει παντού.
Και αυτή τη στιγμή, ο πιο ειλικρινής τρόπος να διαβάσεις την εικόνα είναι ο εξής. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι άνοιξε μια σύγκρουση. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς από τους βασικούς παίκτες δεν δείχνει ακόμη έτοιμος να τη λήξει χωρίς να απαιτήσει κάτι παραπάνω.
Όταν συμβαίνει αυτό, οι αγορές δεν φοβούνται απλώς το επόμενο χτύπημα. Φοβούνται ότι το επόμενο χτύπημα ίσως θεωρείται, από κάποιους, αναγκαίο.

















