O εορτολογικός κύκλος του Πάσχα ξεκινά για την Ορθοδοξία με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (Σαρακοστή) και τη μακρά νηστεία της. Είναι περίοδος σωματικής και ψυχικής-πνευματικής προετοιμασίας για την εορτή της Ανάστασης του Κυρίου, η οποία εντείνεται κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τότε, οι περισσότεροι παρακολουθούν τις ακολουθίες της εκκλησίας, νηστεύουν και προετοιμάζονται για τη γιορτή και το τραπέζι του Πάσχα. Παραλλήλως τα ψυχοσάββατα, με κορυφαίο εκείνο των Αγίων Θεοδώρων πριν από το Πάσχα, προσδιορίζουν τη σχέση με τους νεκρούς. Τελευταίο ψυχοσάββατο μετά την Ανάσταση είναι του Ρουσαλιού ή αρσαλιού, δηλαδή της Πεντηκοστής, που αποτελεί το «γενέθλιο» της χριστιανικής Εκκλησίας. Η επικοινωνία και η σχέση με τους τεθνεώτες προσδιορίζει κυρίως τον γονιμικό και ευετηρικό χαρακτήρα των ανοιξιάτικων εθίμων και των δρωμένων του Πάσχα, σύμφωνα με αρχέγονες δοξασίες, που πρεσβεύουν ότι οι νεκροί είναι οι πρώτοι «δαίμονες» της βλάστησης και από αυτούς εξαρτώνται κατά ένα μεγάλο μέρος η καρποφορία της γης και η αέναη αναγέννηση της φύσης.
Στις παραδοσιακές κοινωνίες κυριαρχούσε, ως γνωστόν, η αντίληψη της περιοδικότητας, του θανάτου και της αναγέννησης της φύσης, του χρόνου ως κύκλου. Το λαϊκό εορτολόγιο ήταν προσαρμοσμένο στον ετήσιο κύκλο των
ασχολιών, κυρίως των αγροτικών. Η ίδια η έννοια της γιορτής βασίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στον εορταστικό, τον ιερό χρόνο και στον καθημερινό. Στις αγροτικές κοινωνίες τελούνται πολλές εκδηλώσεις με χαρακτήρα μαγικό, εξαγνιστικό, γονιμικό και αποτρεπτικό του κακού, το οποίο απειλεί τη βλάστηση και την παραγωγή, αλλά κυρίως την ανθρώπινη υγεία και ζωή. Τέτοια μαγικοθρησκευτικά δρώμενα θανάτου και νεκρανάστασης, κυρίως κατά την
περίοδο της Αποκριάς ή της άνοιξης, όπως ο καλόγερος στη Θράκη, οι ποικίλες αναπαραστάσεις ή παρωδίες γάμων κ.ά., ο Ζαφείρης στην Ήπειρο, ο Λειδινός στην Αίγινα, οι Μάηδες στο Πήλιο αλλά και οι κούνιες (αιώρες) και οι
τελετουργικοί χοροί του Πάσχα και του Αγίου Γεωργίου, οι επισκέψεις με όργανα στους τάφους κατά την εβδομάδα της Διακαινησίμου, τα κοινά συμπόσια στα πανηγύρια και τα ποικίλα έθιμα των «απαρχών» αποτελούν εκδηλώσεις της
προαιώνιας προσπάθειας του ανθρώπου να επηρεάσει τη διαδικασία αναγέννησης της φύσης και την εξασφάλιση της καλής σοδειάς, αλλά παράλληλα έκφραση θρησκευτικής πίστης, τιμής και σεβασμού στους προγόνους-νεκρούς και στη μητέρα φύση.
Οι νεκρολατρικές γιορτές συμφύρονται με τις γονιμικές τελετουργίες, που αποβλέπουν στη συνέχιση της ζωής, μια αέναη πάλη και στοχασμός για τη ζωή και τον θάνατο. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, ενώ η φύση αναγεννιέται αενάως με εκρηκτικό τρόπο, ιδιαιτέρως «την άνοιξη, τον Μάη, το καλοκαίρι, που λουλουδίζουν τα κλαριά και πρασινίζουν οι κάμποι…».
Η Λαμπρή, το ελληνικό Πάσχα και τα πλούσια έθιμά του, αποτελεί σημείο συνάντησης χριστιανικών και αρχαίων εθιμικών πρακτικών και παράλληλα το κατ’ εξοχήν σύμβολο της νίκης της ζωής πάνω στον θάνατο, την «εορτή των εορτών» και «πανήγυριν πανηγύρεων». Στον ελληνικό πολιτισμό, από τους αρχαίους μύθους του Άδωνη και της Περσεφόνης, που ανατρέπουν και αρνούνται τον θάνατο, μέχρι τον αναστάντα Χριστό, τον Ζαφείρη, τον Λειδινό, τον Λάζαρο, το Μαγιόπουλο και τα άλλα ανοιξιάτικα δρώμενα, διακονείται και επιτελείται με δρώμενα, χορούς και τραγούδια η ελπίδα για τη νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο.
Από το Σάββατο του Λαζάρου έως την Ανάσταση, ο ελληνικός λαϊκός πολιτισμός ξεδιπλώνει μια πλούσια ακολουθία εθίμων που συνδυάζουν τη χριστιανική πίστη με συμβολισμούς της άνοιξης και της αναγέννησης της ζωής. Η πορεία από το πένθος στη χαρά, από τον θάνατο στη ζωή, εκφράζεται μέσα από τελετουργίες, τραγούδια, γεύσεις και συλλογικές εμπειρίες, που συγκινούν και συνεγείρουν τους Έλληνες. Οι ημέρες αυτές αποτελούν ένα συνεχές τελετουργικό πέρασμα από τη θλίψη και τη μνήμη του θανάτου στη χαρά της ανάστασης και της αναγέννησης.
Το Σάββατο του Λαζάρου αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, το προοίμιο της Μεγάλης Εβδομάδας. Συνήθως κορίτσια (λαζαρίνες), κρατώντας στα χέρια τους καλαθάκια στολισμένα με λουλούδια, τραγουδούν τα κάλαντα του Λαζάρου που αναφέρονται στην ανάστασή του αλλά και στη χαρά της άνοιξης. Οι νοικοκυρές πρόσφεραν στα παιδιά αυγά, τα οποία θα βάφονταν αργότερα κόκκινα για το Πάσχα, και ειδικά ψωμάκια (λαζαράκια).
Την επόμενη ημέρα, την Κυριακή των Βαΐων, η εκκλησία θυμάται τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Στην Ελλάδα οι πιστοί παίρνουν από την εκκλησία βάγια, συνήθως πλεγμένα από φύλλα φοίνικα ή δάφνης. Τα βάγια φυλάσσονται στο σπίτι όλο τον χρόνο, συχνά πίσω από τις εικόνες, γιατί θεωρούνται ευλογημένα και προστατευτικά.
Με τη Μεγάλη Δευτέρα αρχίζει πλέον η κατανυκτική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας. Οι άνθρωποι προετοιμάζονται τόσο πνευματικά όσο και πρακτικά για το Πάσχα. Τα σπίτια καθαρίζονται σχολαστικά, οι αυλές ασβεστώνονται και οι οικογένειες οργανώνουν τις τελευταίες προετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή. Στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία, η καθαριότητα του σπιτιού συνδεόταν με την ιδέα της ανανέωσης: το σπίτι, όπως και η φύση, έπρεπε να υποδεχθεί την άνοιξη και την Ανάσταση ανανεωμένο.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας είναι η ανανέωση του προζυμιού, τη Μεγάλη Τετάρτη. Κατά το ευχέλαιο στην εκκλησία, ευλογούνται οι άνθρωποι αλλά και η ζύμη, αλλά και ορισμένα αντικείμενα, όπως το αλεύρι, το αλάτι και τα αυγά, για να αποκτήσουν ιδιαίτερη δύναμη. Οι νοικοκυρές «αναπιάνουν» το προζύμι, δηλαδή ετοιμάζουν τη νέα ευλογημένη ζύμη που θα χρησιμοποιείται όλο τον χρόνο για το ψωμί. Στην Κρήτη, ανάλογη συνήθεια επικρατεί τη Μεγάλη Παρασκευή. Την ώρα που ο ιερέας διαβάζει το πρώτο Ευαγγέλιο, πιστεύουν ότι «καινουργιώνεται το προζύμι».
Ιδιαίτερα σημαντική ημέρα είναι η Μεγάλη Πέμπτη. Το πρωί βάφονται τα πασχαλινά αυγά, σχεδόν πάντοτε κόκκινα. Το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Χριστού, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια ευρύτερη συμβολική σημασία που συνδέεται με τη ζωή και τη γονιμότητα. Την ίδια ημέρα, σε πολλές περιοχές ζυμώνουν τα πασχαλινά ψωμιά και τα γλυκίσματα της γιορτής. Τα τσουρέκια ή τα κουλούρια στολίζονται με κόκκινα αυγά και περίτεχνα σχέδια από ζυμάρι. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης πηγαίνουν στην εκκλησία για τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Τότε ανάβονται φωτιές, στις οποίες τα παιδιά πηδούν και ενίοτε καίνε τον «Μάρτη» τους. Αλλού την ίδια ημέρα μαζεύουν από τα σπίτια ξύλα για να ανάψουν την επόμενη φωτιά. Ανάλογες συνήθειες σε άλλες περιοχές αποσκοπούν στην καταπολέμηση των ψύλλων, των κοριών και άλλων επιβλαβών ή ενοχλητικών ζωυφίων.
Οι γυναίκες μένουν το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στον ναό και ξενυχτούν τον Εσταυρωμένο. Όλο το βράδυ στολίζουν τον Επιτάφιο με λουλούδια της εποχής και λένε το «μοιρολόγι της Παναγίας», γνωστό λαϊκό άσμα το οποίο αλλού τραγουδούν αγερμικά (ως κάλαντα) τα παιδιά στα σπίτια για φιλοδώρημα. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι κυρίως οι γυναίκες σχετίζονται και επιτελούν τα περισσότερα δρώμενα αυτής της περιόδου ως εκείνες που φέρουν τη νέα ζωή και είναι επιφορτισμένες εθιμικά να διαμεσολαβούν για το πέρασμα στον άλλο κόσμο. Ο πόνος της μάνας για την απώλεια του μονογενούς υιού της μεταφέρεται σπαρακτικά στην καθημερινή ζωή, αλλά και εκφράζεται με μεγαλειώδη τρόπο στη λογοτεχνία και στις τέχνες.
Η Μεγάλη Παρασκευή είναι ημέρα πένθους, η πιο επίσημη ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. Στις εκκλησίες, οι γυναίκες και τα κορίτσια συνήθως φέρνουν λουλούδια και στολίζεται συνεχώς ο Επιτάφιος. Κατά τη διάρκειά της δεν εργάζονται, δεν μαγειρεύουν ούτε σκουπίζουν και ακολουθείται αυστηρή νηστεία. Στην Ελλάδα, ακόμη και όσοι δεν θρησκεύονται συστηματικά, επισκέπτονται τους ναούς και τους Επιταφίους, καθώς και τα κοιμητήρια. Η ακολουθία και η περιφορά του Επιταφίου αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της Μ. Παρασκευής. Οι πιστοί ακολουθούν κρατώντας κεριά, ενώ οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα. Τα κεριά του Επιταφίου τα κρατούσαν στο εικονοστάσι. Όταν έβρεχε ή άστραφτε ή έριχνε χαλάζι, άναβαν το κερί και πίστευαν ότι σταματούσε. Κυρίως τα έπαιρναν μαζί τους οι ναυτικοί στο ταξίδι για να απομακρύνουν τις θύελλες. Τα λουλούδια του Επιταφίου θεωρούνται ευλογημένα. Πολλοί πιστοί παίρνουν λίγα από αυτά στο τέλος της περιφοράς και τα διατηρούν στο εικονοστάσι του σπιτιού ως αποτρεπτικά και θεραπευτικά ασθενειών. Την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου, σε ορισμένες περιοχές ανάβονται εθιμικές πυρές.
Κατά την περιφορά του Επιταφίου στις Σέρρες, αλλά και σε άλλες περιοχές, οι γυναίκες τοποθετούν στο κατώφλι των οικιών την εικόνα του Εσταυρωμένου με λουλούδια, κεριά και θυμίαμα. Δίπλα τοποθετούν ένα πιάτο στο οποίο έχουν φυτέψει φακή ή κριθάρι πριν από μερικές ημέρες και έχει δημιουργήσει χλόη. Το έθιμο θυμίζει τους αρχαίους «κήπους του Αδώνιδος». Ο Άδωνις, σύμβολο της άνοιξης, που γρήγορα μαραίνεται, γιορταζόταν με την έκθεση πάνω σε νεκρικό κρεβάτι ομοιώματος στολισμένου με άνθη και πρασινάδες.
Το Μεγάλο Σάββατο είναι ημέρα προσμονής. Από νωρίς το πρωί, οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, σηματοδοτώντας την πρώτη αναγγελία της Ανάστασης. Σε ορισμένες περιοχές υπάρχει το έθιμο του σπασίματος των πήλινων αγγείων, που συμβολίζει το τέλος του παλιού και την αρχή του νέου. Το πρωί, πριν αρχίσει ο Μεγάλος Εσπερινός, στολίζουν την εκκλησία με κλαδιά δάφνης και γεμίζουν ένα πανέρι με δαφνόφυλλα. Όταν πει ο ιερέας το «Ανάστα ο Θεός, κρίναι την γην», σκορπά τα δαφνόφυλλα και δημιουργούν θόρυβο χτυπώντας τα πόδια τους στο στασίδι, χτυπούν τις καμπάνες, ενίοτε παλαιότερα πυροβολούσαν κ.ά. Στην Κορώνη της Πυλίας (Μεσσηνία) σπάζουν ένα τσουκάλι και βαρούν τις καμπάνες. Στη Ζάκυνθο και στην Κέρκυρα «ρίχνουν από τα παράθυρα ό,τι άχρηστο αγγείο». Γενικά, οι κρότοι και οι θόρυβοι θεωρούνται ότι απομακρύνουν το κακό.
Το Σάββατο σφάζεται το αρνί, ο Λαμπριάτης ή Πασχάτης, και γίνονται οι υπόλοιπες ετοιμασίες για το Πάσχα. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, όλοι συγκεντρώνονται στις εκκλησίες για την αναστάσιμη ακολουθία και για να
ακούσουν το χαρμόσυνο μήνυμα: «Χριστός Ανέστη». Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα σβήνουν τα φώτα και επικρατεί σιωπή. Όταν ο ιερέας αναγγείλει το «Δεύτε λάβετε φως», όλοι σπεύδουν να λάβουν πρώτοι το φως, να ανάψουν τις
λαμπάδες τους και να το μεταδώσουν σε όλους. Τη στιγμή εκείνη, με το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες χτυπούν πανηγυρικά, οι ουρανοί φωτίζονται από πυροτεχνήματα, σκάνε κροτίδες (σε ορισμένες περιπτώσεις καθ’ υπερβολήν) και οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ευχές. Το φως το κρατούν αναμμένο μέχρι να φθάσουν στο σπίτι και με τη φλόγα σταυρώνουν το ανώφλι της πόρτας για την προστασία του σπιτιού. Με το ίδιο φως ανάβουν το καντήλι του εικονοστασίου, το οποίο συντηρούν αναμμένο τρεις ημέρες. Το φως αυτό θεωρείται θαυματουργό, επειδή προέρχεται από τον Άγιο Τάφο.
Μετά την Ανάσταση, το νυχτερινό γεύμα είναι ελαφρύ, μετά τη νηστεία, με τη γνωστή σούπα «μαγειρίτσα». Την Κυριακή του Πάσχα, ο πασχαλινός αμνός στη σούβλα, ή γεμιστός με ρύζι, κουκουνάρια και σταφίδες στον φούρνο, είναι απαραίτητος σε κάθε σπίτι. Κατά τη Δεύτερη Ανάσταση (Αγάπη, Διπλανάσταση, Αποκερασά), η οποία γίνεται το απομεσήμερο της Κυριακής, παλαιότερα γινόταν ευλόγηση του νωπού τυριού, της γιαούρτης κ.λπ. και διανομή στους εκκλησιαζομένους. Ακολουθούσαν οι τελετουργικοί χοροί, γνωστοί ως «καγκελάρια» στην Ήπειρο, «σεργιάνια» στη Θεσσαλία, με μεγάλη ποικιλία κατά τόπους. Αλλού ο χορός συνοδευόταν από παραδοσιακά αγωνίσματα (πήδημα, τρέξιμο, λιθάρι, πάλη) με βραβεία, με κούνιες, αλλά με ζύγισμα, για να διαπιστώσουν αν «φύραναν» κατά τη διάρκεια της χρονιάς.
Τα έθιμα και τα δρώμενα του Πάσχα είναι πολλά και πλούσια σε συμβολισμούς και τελούνται πάντα με ζωντάνια στις ελληνικές κοινότητες σε όλο τον κόσμο. Όπως είναι γνωστό, οι παραδοσιακές δομές της ελληνικής κοινωνίας αποδυναμώθηκαν –ή και διαλύθηκαν όσον αφορά ορισμένες πτυχές τους– κυρίως μετά τα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου, κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από τη μετανάστευση στο εξωτερικό, την αγροτική έξοδο προς τις πόλεις, την οικονομική «ανάπτυξη» και τη δυσφήμηση και την απαξίωση των στοιχείων λαϊκού πολιτισμού (υλικών και πνευματικών). Τα στοιχεία αυτά ταυτίστηκαν συχνά με τη φτώχεια, την κοινωνική και πολιτική καθυστέρηση και πλήθος αρνητικών καταστάσεων. Οι ελληνικοί πληθυσμοί αστικοποιήθηκαν, μεταφέροντας όμως συνήθειες και τοπικά έθιμα των ιδιαίτερων πατρίδων τους στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικά στην πρωτεύουσα. Στην ύπαιθρο, τα αστικά πρότυπα ζωής κυριάρχησαν επίσης και δημιουργήθηκε ένα αγροτικό-αστικό συνεχές που φέρει όλα τα χαρακτηριστικά, θετικά αλλά και εξαιρετικά αρνητικά, του διεθνούς καταναλωτικού τρόπου ζωής που ακολουθεί τα πρότυπα του δυτικού κόσμου: από τη μια πλευρά διατροφική επάρκεια, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, αλλά από την άλλη υπερκαταναλωτισμό, κακής ποιότητας τροφές, υγειονομικά προβλήματα, υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος.
Σήμερα, η τοπικότητα, η διατήρηση και η τέλεση των τοπικών εθίμων και δρωμένων –σε αναπαραστατική συνήθως μορφή από συλλόγους, συχνά και ως «άυλη» κληρονομιά κατά την ορολογία της UNESCO– με τις υλικές και πνευματικές τους διαστάσεις, αφορά όχι μόνο τους κατοίκους των κοινοτήτων, αλλά ένα ευρύτερο δίκτυο ανθρώπων που έλκουν την καταγωγή τους από τους συγκεκριμένους τόπους ή ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Οι προσπάθειες για τη διατήρηση και την προαγωγή τους εμφανίζονται ως αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση, και πιο συγκεκριμένα στον φόβο απώλειας της ιδιαίτερης τοπικής ταυτότητας, στον κατακερματισμό της κοινωνίας και στην απώλεια της συνοχής της, συχνά τη δημογραφική κατάρρευση των τοπικών κοινοτήτων, αλλά και ως αντίμετρο στα οικολογικά προβλήματα και στις φυσικές καταστροφές.

















