“Το μοιρολόι της Παναγίας”, είναι ένα ποίημα που έχει επικρατήσει ν’ αναφέρεται και ως «Κάλαντα της Μ. Παρασκευής». Στα κατηχητικά της εποχής πριν το ’60, αναφερόταν στους μαθητές και ως «προσευχή της Μ. Βδομάδας». Ήταν το μοιρολόι της Παναγίας όταν ο Υιός της ήταν ακόμα επάνω στον Σταυρό.
Για τα “κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής” μας δίνει λεπτομέρειες ο λαογράφος μας Γιώργος Χουστουλάκης, ο οποίος αναφέρει: “Ζητούσαν παλιά οι δάσκαλοι από τα παιδιά, να αποστηθίσουν την προσευχή αυτή, και να την λένε το βράδυ πριν πέσουν για ύπνο, γιατί την θεωρούσαν θαυματουργή. Κάπως έτσι την έμαθε ως παιδί και η κ. Αμαλία Φαραγκουλιτάκη από τη Γαλιά, απ’ έξω κι ανακατωτά, κι ήταν έτσι σήμερα σε θέση να μας την πει για να την καταγράψουμε. Τη δεκαετία του ’60 σαν μαθήτρια και εκείνη του κατηχητικού, τους την είχε δώσει σε όλα τα παιδιά, ο εφημέριος τότε Γαλιάς ο αείμνηστος παπά Γιώργης σε μορφή εντύπου.
Προφανώς είχε κυκλοφορήσει από την Μητρόπολη Γορτύνης και Αρκαδίας, και φυλασσόταν στα εκκλησιαστικά της βιβλία. Από τόπο σε τόπο ανά τον κόσμο, γενικά όπου υπάρχει Ελληνισμός, αλλάζουν τα λόγια της προσευχής, καθώς και σε αριθμό στροφών. Υπάρχουν ανάλογες εκδοχές στους χριστιανούς ανά την οικουμένης, και είναι διαφορετική στους χριστιανούς της Μ. Ασίας, διαφορετική στα νησιά μας, και γενικά σε όλη την Ελλάδα. Η κ. Πόπη Σπανάκη από το Οροπέδιο Λασιθίου θυμάται… “Τά ‘λεγα τα κάλαντα αυτά με τη φιλενάδα μου πόρτα-πόρτα κάθε χρόνο τη Μεγάλη Παρασκευή από τη πρώτη του δημοτικού μέχρι την έχτη τάξη. Θα ξεκινήσομε από το σπίτι τση γειτόνισσας τση Γιωργίας όπως το συνηθίζομε κάθε χρόνο, θα γυρίσομε ένα πρός ένα όλα τα σπίθια στο χωριό και αφού θα πούμε εξ ολοκλήρου τα κάλαντα σε κάθε πόρτα.
Η μιά κρατούσε το στεφάνι από περδικάλια και η άλλη το καλαθάκι για τ’ αυγά που μοιραζόμασταν στο τέλος. Η νοικοκυρά θα προσκυνήσει το μικρό κονισματάκι που έχομε βάλει στο κέντρο του στεφανιού, εναποθέτοντας, αναλόγως, ένα ή δύο αυγουλάκια στο καλαθάκι μας. Θα περάσει το μεσημέρι. Το βράδυ ευχαριστημένες θα μοιραστούμε τ’ αυγά και θα περιμένομε ξανά με λαχτάρα τη Μεγάλη Παρασκή, την επόμενη χρονιά, για να ξαναπούμε του Χριστού τα πάθη. Πρόκειται για μια από τις ομορφότερες αναμνήσεις μου”. Αξίζει να σημειωθεί πως τα περδικάλια είναι συγκεκριμένα αγριολούλουδα του βουνού, με τα οποία στόλιζαν παλιά τον επιτάφιο…
Η Μεσσαρίτικη εκδοχή για το μοιρολόι της Παναγίας είναι η εξής: Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα σήμερα εσταυρώσανε των πάντων Βασιλέα. Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται, σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι. Ο Κύριος εθέλησε να μπει στο περιβόλι να λάβει δείπνο μυστικό για να τον λάβουν όλοι. Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της τα προσευχά της (ή την προσευχή της) έκανε για τον Μονογενή της. Φωνή εξήλθε εξ ουρανού απ’ Αρχάγγελου στόμα: -Σώνουν Κυρά μου η προσευχές, σώνουν και η μετάνοιες, και τον Υιό σου πιάσανε και σαν φονιά τον πάνε, και εις του Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραννάνε. Χαλκιά χαλκιά (χαρκιά) φτιάξε καρφιά φτιάξε τρία περόνια, και εκείνος ο παράνομος πάει και φτιάχνει πέντε! -Συ Φαραέ που τα ‘φτιαξες πρέπει να μας διδάξεις. -Βάλτε τα δύο στα χέρια Του και τα άλλα δύο στα πόδια, το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά Του, να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά Του.
Η Παναγιά σαν τα’ άκουσε έπεσε και λιγώθη, σταμνί νερό της ρίξανε τρία κανάτια μόσχο, και τρία με ροδόσταμνο για να ‘ρθη ο λογισμός της. Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της ζητεί μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει. Ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για τον Μονογεννή της. -Κάνε Κυρά μου υπομονή κάνε Κυρά μου ανέση -Και πως να κάνω υπομονή και πώς να κάνω ανέση απού ‘χω Γιό Μονογενή και Κείνος Σταυρωμένος. Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα και του Ιακώβ η αδελφή και οι τέσσερις αντάμα έπιασαν το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι κι άνοιξε η πόρτα του ληστού και η πόρτα του Πιλάτου κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της. Τηρά δεξιά τηρά ζερβά κανένα δεν γνωρίζει τηρά και δεξιότερα και βλέπει τον Άη Γιάννη. -Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του Γιού μου μην είδες τον Υ(γ)ιόκα μου και σε τον Διδάσκαλο σου?
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω δεν έχω χεροπάλαμο διά να σου τον ε δείξω. Βλέπεις Εκείνον τον Γυμνό τον Παραπονεμένο, όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο? Όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι ? Εκείνος είν’ ο γιόκας σου και εμέ Διδάσκαλος μού. Η Παναγιά πλησίασε γλυκά Τον ερωτούσε. -Δεν μου μιλείς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου? -Τι να σου πω μανούλα μου, που διαφορά δεν έχει, μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνει η γη, κι ο ουρανός σημαίνει, σημαίνει και η Αγιά Σοφιά με τρεις χρυσές καμπάνες ! Υπάρχει και η δοξασία που θέλει να έχει τεράστια λυτρωτική δύναμη το ποίημα και λειτουργεί σαν προσευχή.
Αγιάζει, έλεγαν, όποιος μαθαίνει απέξω αυτή την προσευχή, όποιος τη διαβάζει, ακόμα και όποιος την ακούει να τη λένε. Αγιάζει ακόμα όποιος τη σώζει ή τη διακινεί για να την μαθαίνουν και οι άλλοι… Επίσης “βλέπει τον παράδεισο” όποιος μελετάει το βαθύτερο νόημα της. Έτσι η προσευχή τελειώνει ως εξής: «Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει κι όποιος το καλοφρουκαστεί παράδεισο θα λάβει . Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο».
Καταγραφή και ιδέα για το κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης Σημείωση: Αν σας αρέσουν οι τέχνες, η παράδοση, ο πολιτισμός κάντε like στη σελίδα μας στο facebook ή ακολουθήστε μας στο instagram κι εμείς θα σας ακολουθήσουμε πίσω.
πηγη

















