Υπάρχει μια παλιά συνήθεια που λέει ότι μέχρι να δούμε τη φωτιά στην αυλή μας, κάνουμε πως δεν μυρίζει καπνός.
Κάπως έτσι αντιμετωπίζουμε και τη νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή. Σαν να είναι κάτι μακρινό. Σαν να αφορά μόνο χάρτες, στόλους, πετρέλαια και χρηματιστές. Λες και η ακρίβεια που μας έχει ήδη καθίσει στον σβέρκο είναι κάποιο φυσικό φαινόμενο, σαν τη βροχή, και όχι μια μόνιμη κατάσταση που κάθε τόσο βρίσκει και μια καινούργια αφορμή για να μας αποτελειώσει λίγο πιο “θεσμικά”.
Γιατί ο μπακαλιάρος, προφανώς, δεν περνάει κυριολεκτικά από το Στενό του Ορμούζ. Περνάει όμως το κόστος του. Και αυτό είναι που κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Όταν από ένα θαλάσσιο πέρασμα διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, δεν μιλάμε για μια “περιφερειακή” ιστορία. Μιλάμε για έναν μηχανισμό που μπορεί να μεταφέρει πληθωρισμό σχεδόν παντού. Από τη βιομηχανία και τα καύσιμα, μέχρι το ράφι, την εστίαση και το οικογενειακό τραπέζι.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το τοπίο, οι αγορές βρήκαν ξανά λόγο να χορέψουν. Τη Δευτέρα 23 Μαρτίου, δεν ανέβηκαν επειδή είδαν ειρήνη. Δεν ανέβηκαν επειδή άνοιξε το Ορμούζ. Δεν ανέβηκαν επειδή προέκυψε κάποια χειροπιαστή συμφωνία. Ανέβηκαν επειδή ο Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι υπήρξαν “καλές και παραγωγικές” συνομιλίες με το Ιράν και ότι ανέβαλε για πέντε ημέρες χτυπήματα σε ιρανικές ενεργειακές υποδομές. Το Brent έπεσε ακόμη και 13% ενδοσυνεδριακά και τα χρηματιστήρια πήραν βαθιά ανάσα. Με μία ατάκα. Με μια δήλωση. Με ένα ακόμη επεισόδιο στο παγκόσμιο χρηματιστηριακό θέατρο, όπου η πραγματικότητα μπαίνει συχνά τελευταία στην αίθουσα.
Μόνο που εδώ αρχίζει και η ειρωνεία της υπόθεσης. Γιατί ενώ οι αγορές πανηγύριζαν, η Τεχεράνη έλεγε σχεδόν αμέσως ότι τέτοιες συνομιλίες δεν έγιναν ποτέ! Το Ιράν διέψευσε τις αναφορές και έκανε λόγο ακόμη και για fake news που επηρεάζουν πετρελαϊκές και χρηματοπιστωτικές αγορές. Δηλαδή, με πολύ απλά ελληνικά, δισεκατομμύρια δολάρια σε αποτιμήσεις πήγαν πάνω-κάτω πάνω σε μια αφήγηση που ούτε καν επιβεβαιώνεται από την άλλη πλευρά. Αλλά βέβαια έτσι είναι αυτά. Όταν πρόκειται να ανέβει η αγορά, μια κουβέντα αρκεί. Όταν πρόκειται να πέσει η τιμή στο ράφι, εκεί ξαφνικά χρειάζονται “χρόνος”, “μηχανισμοί” και “υπομονή από τους καταναλωτές”.
Και ενώ οι traders έβλεπαν αποκλιμάκωση στις οθόνες τους, η πραγματική ζωή έλεγε άλλα. Το Associated Press μετέδωσε ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να ενισχύουν τη στρατιωτική παρουσία τους στην περιοχή, ενώ παράλληλα κινούνται και δυνάμεις πεζοναυτών προς τη Μέση Ανατολή. Άρα η εικόνα μόνο “χαλάρωσε η κατάσταση” δεν είναι. Είναι περισσότερο ένα κλασικό έργο. Λίγη διπλωματική αισιοδοξία για το κοινό, λίγη στρατιωτική προετοιμασία στο παρασκήνιο, και στο τέλος ο λογαριασμός στους γνωστούς κομπάρσους — δηλαδή στις κοινωνίες.
Γι’ αυτό και η ανακούφιση κράτησε λίγο. Την Τρίτη 24 Μαρτίου, το πετρέλαιο πήρε ξανά την ανηφόρα -στο άνογμα του που γράφεται και το άρθρο, με το Brent να επιστρέφει πάνω από τα 101 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές θυμήθηκαν ξαφνικά κάτι πολύ βασικό. Ότι οι πύραυλοι δεν σταματούν με αναρτήσεις και ότι το Ορμούζ δεν ξανάγινε ασφαλές επειδή κάποιος έγραψε πως “οι συνομιλίες πάνε καλά”. Η Macquarie, σύμφωνα με το Reuters, εκτιμά μάλιστα ότι αν η κρίση στο Στενό παραμείνει ως το τέλος Απριλίου, το Brent θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 150 δολάρια.
Κάπου εδώ αρχίζει και το ελληνικό κομμάτι της ιστορίας. Γιατί στην Ελλάδα έχουμε φτάσει σε ένα ωραίο επίπεδο κοινωνικής εξοικείωσης με την ακρίβεια. Δυστυχώς. Τη ζούμε, τη βρίζουμε, τη συζητάμε, την καταγγέλλουμε, και μετά συνεχίζουμε σαν να είναι ένα αναγκαίο background της ζωής. Σαν τον καιρό. Σαν τα διόδια. Σαν τους λογαριασμούς που έρχονται πάντα λίγο πιο φουσκωμένοι απ’ όσο “περιμέναμε”. Λες και το ακριβό ράφι είναι πλέον στοιχείο πολιτιστικής κληρονομιάς.
Μόνο που δεν είναι έτσι. Πρώτα ανεβαίνει το ενεργειακό κόστος. Μετά ακριβαίνουν οι μεταφορές, η παραγωγή, η ψύξη, η αποθήκευση, η συσκευασία. Μετά περνάει ο λογαριασμός στο τρόφιμο, στο κατάστημα, στο σπίτι. Και μόνο όταν φτάσει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, κάνουμε πάλι την ίδια μεγάλη κοινωνική ανακάλυψη.
-Μα πώς ανέβηκαν όλα;
Σαν να μας ξάφνιασε το έργο, ενώ παίζεται μπροστά μας εδώ και χρόνια, απλώς κάθε φορά αλλάζει σκηνικό. Μια πανδημία (Κόβιντ), ένας πόλεμος (Ουκρανία), μια ενεργειακή κρίση, μια νέα ανάφλεξη, ένα νέο “έκτακτο” που κατά σύμπτωση μονιμοποιείται πάντα στην τσέπη του πολίτη.
Αυτό είναι και το πιο καυστικό συμπέρασμα της στιγμής. Δεν έχουμε δει ακόμη τα πραγματικά απόνερα αυτής της κρίσης και παρ’ όλα αυτά ζούμε ήδη μέσα σε μια καθημερινότητα που έχει ακριβύνει σχεδόν παντού. Δηλαδή δεν μιλάμε για μια κοινωνία που φοβάται την ακρίβεια που έρχεται. Μιλάμε για μια κοινωνία που έχει ήδη γονατίσει από την ακρίβεια που είναι εδώ και τώρα απλώς ετοιμάζεται να ακούσει ότι “ίσως χρειαστούν νέες προσαρμογές”.
Οπότε ναι, τελικά ο μπακαλιάρος δεν περνάει από το Στενό του Ορμούζ. Περνάει όμως το κόστος του. Και το πιο εξοργιστικό δεν είναι ότι μπορεί να ακριβύνουν κι άλλο τα πράγματα. Είναι ότι έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε σχεδόν φυσιολογικό πως κάθε διεθνής κρίση θα βρίσκει έναν ακόμα τρόπο να τρυπώνει στο πιάτο μας, στο ρεύμα μας, στο καύσιμό μας και στη ζωή μας. Σαν να μην έφτανε η ακρίβεια που ήδη μας έχει κατακλύσει, τώρα ετοιμαζόμαστε απλώς να της δώσουμε και νέο άλλοθι.

















