Αντίστοιχα, η συζήτηση για τον ρόλο του Αλέξη Τσίπρα παραμένει ανοιχτή και πολυεπίπεδη. Η επανεμφάνισή του με νέο πολιτικό σχήμα δεν φαίνεται, προς το παρόν, να ανησυχεί τη ΝΔ. Ωστόσο, θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες στον χώρο της Κεντροαριστεράς και να περιορίσει το στρατηγικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης που σήμερα βασίζεται στην αδυναμία της αντιπολίτευσης. Ένα σενάριο ανασύνταξης γύρω από τον Τσίπρα θα μπορούσε να συμπιέσει το ΠΑΣΟΚ και να δημιουργήσει έναν πιο καθαρό διπολισμό, κάτι που ιστορικά δυσκολεύει τη ΝΔ όταν βρίσκεται ήδη σε φάση φθοράς.

Η στάση των κοινωνικών ομάδων

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των κοινωνικών ομάδων. Στα μεσαία στρώματα, που αποτέλεσαν βασικό πυλώνα της εκλογικής νίκης της ΝΔ, καταγράφεται σήμερα κόπωση. Ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και ιδιωτικοί υπάλληλοι δηλώνουν ότι αισθάνονται μεγαλύτερη οικονομική πίεση και μικρότερη προοπτική βελτίωσης. Εκεί η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται, αλλά με μειωμένα ποσοστά και αυξημένη αμφιθυμία, ενώ και μερίδα αγροτών βρίσκεται απέναντι.

Στους νέους έως 34 ετών, η εικόνα είναι ακόμα πιο δύσκολη. Η ΝΔ κινείται χαμηλότερα από τον εθνικό της μέσο όρο, με ποσοστά που συχνά δεν ξεπερνούν το 18% – 20%. Η εργασία, η ανασφάλεια στο στεγαστικό και η αίσθηση της αλλαγής που πάντα έχουν οι νέοι λειτουργούν αποτρεπτικά. Πρόκειται για μια γενιά που δεν έχει ισχυρούς κομματικούς δεσμούς και μετακινείται εύκολα, κάτι που καθιστά το μέλλον της εκλογικής επιρροής απρόβλεπτο.

Αντίθετα, στους άνω των 60 ετών η ΝΔ διατηρεί ισχυρά ερείσματα, με ποσοστά που συχνά υπερβαίνουν το 35%. Εκεί λειτουργούν ακόμα τα αντανακλαστικά της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στη διακυβέρνηση. Όμως αυτό το πλεονέκτημα έχει ημερομηνία λήξης, αν δεν συνοδευτεί από ανανέωση του κοινωνικού ακροατηρίου.

Η στρατηγική από εδώ και πέρα μοιάζει να κινείται σε δύο παράλληλους άξονες. Ο πρώτος είναι η προσπάθεια αύξησης της συσπείρωσης, με καθαρά μηνύματα προς τη βάση και λιγότερη ανοχή σε εσωτερικές αστοχίες. Ο δεύτερος είναι η ανάκτηση της πρωτοβουλίας στην καθημερινότητα, με παρεμβάσεις που να έχουν άμεσο αντίκτυπο στο εισόδημα και στην ποιότητα ζωής. Χωρίς αυτά, η συζήτηση περί αυτοδυναμίας θα παραμένει θεωρητική.

Η Νέα Δημοκρατία δεν βρίσκεται μπροστά σε μια άμεση εκλογική απειλή, αλλά σε έναν πιο ύπουλο κίνδυνο. Να εγκλωβιστεί σε ποσοστά που δεν της επιτρέπουν να κυβερνά με άνεση, σε ένα πολιτικό τοπίο που γίνεται ολοένα και πιο κατακερματισμένο. Το αν θα καταφέρει να αναστρέψει αυτή την τάση θα κριθεί λιγότερο από τα συνθήματα και περισσότερο από το αν μπορεί να αποδείξει ότι εξακολουθεί να καταλαβαίνει -και να εκπροσωπεί που είναι το ζητούμενο- τις κοινωνικές ομάδες που τη στήριξαν όταν βρέθηκε στην κορυφή.