Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του lamiafm1.gr στην Google

Η γενιά της οργής και το αδιέξοδο της βίας

Facebook

Ο αντιεξουσιαστικός χώρος εξακολουθεί, δεκαετίες μετά τη Μεταπολίτευση, να ασκεί μια ιδιαίτερη έλξη σε ένα τμήμα της νεολαίας. Σε μια εποχή που οι θεσμοί αμφισβητούνται, η εμπιστοσύνη στην πολιτική βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και η οικονομική αβεβαιότητα καθορίζει τις προοπτικές μιας ολόκληρης γενιάς, η αναζήτηση μιας ριζοσπαστικής απάντησης μοιάζει, για αρκετούς νέους, σχεδόν φυσική.

  • του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου

Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, οι χαμηλοί μισθοί, η δυσκολία δημιουργίας οικογένειας, η αίσθηση ότι η κοινωνική κινητικότητα έχει παγώσει και ότι οι ευκαιρίες δεν κατανέμονται δίκαια δημιουργούν ένα υπόστρωμα έντονης απογοήτευσης. Σε αυτό προστίθενται η διάχυτη δυσπιστία απέναντι στα πολιτικά κόμματα, η αίσθηση ατιμωρησίας σε υποθέσεις που απασχολούν τη δημόσια ζωή και η εντύπωση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών.

Όλα αυτά αποτελούν πραγματικά κοινωνικά προβλήματα. Όποιος τα αγνοεί ή τα υποβαθμίζει, απλώς αρνείται να δει την πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί νέοι στρέφονται προς χώρους που υπόσχονται απόλυτη ρήξη με το υπάρχον σύστημα. Σε μια ηλικία όπου κυριαρχούν η αναζήτηση ταυτότητας, η ανάγκη ένταξης σε μια συλλογικότητα και η επιθυμία να αλλάξει ο κόσμος, ο αντιεξουσιαστικός λόγος συχνά εμφανίζεται ελκυστικός επειδή προσφέρει απλές απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα.

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαχωριστική γραμμή. Άλλο η αμφισβήτηση και άλλο η βία.

Η αμφισβήτηση είναι κινητήρια δύναμη κάθε δημοκρατίας. Χωρίς ανθρώπους που αμφισβητούν, οι κοινωνίες δεν προχωρούν. Όταν όμως η αμφισβήτηση μετατρέπεται σε εμπρησμούς, καταστροφές δημόσιας περιουσίας, επιθέσεις σε αστυνομικούς ή σε πολίτες και σε μια διαρκή λογική σύγκρουσης, τότε παύει να υπηρετεί την ελευθερία και αρχίζει να την υπονομεύει.

Όπως είχε πει ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ, «η βία δημιουργεί περισσότερα κοινωνικά προβλήματα από όσα λύνει». Η ιστορία το έχει επιβεβαιώσει πολλές φορές. Οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές δεν κερδήθηκαν επειδή μια μειοψηφία επέβαλε τη βούλησή της διά της ισχύος, αλλά επειδή κατάφερε να πείσει την πλειοψηφία ότι είχε δίκιο.

Αυτό είναι και το μεγάλο παράδοξο ενός τμήματος του σύγχρονου αντιεξουσιαστικού χώρου. Ενώ καταγγέλλει την επιβολή της εξουσίας, πολλές φορές υιοθετεί την ίδια ακριβώς λογική: όποιος διαφωνεί αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος, ενώ η φυσική βία εμφανίζεται ως δήθεν νομιμοποιημένο εργαλείο πολιτικής δράσης. Η μολότοφ, ο βανδαλισμός ή ο ξυλοδαρμός δεν αποτελούν πράξεις απελευθέρωσης. Αποτελούν μορφές επιβολής.

Η Χάνα Άρεντ είχε διατυπώσει μια διαχρονική διαπίστωση: «Η βία μπορεί να καταστρέψει την εξουσία, αλλά δεν μπορεί να τη δημιουργήσει». Η παρατήρηση αυτή αποτυπώνει την ουσία του προβλήματος. Η βία μπορεί να προκαλέσει φόβο, να δημιουργήσει εικόνες, να μονοπωλήσει την επικαιρότητα. Δεν μπορεί όμως να οικοδομήσει μια δικαιότερη κοινωνία ούτε να δημιουργήσει θεσμούς που θα λειτουργούν καλύτερα.

Στην πραγματικότητα, κάθε βίαιο επεισόδιο λειτουργεί εις βάρος των ίδιων των κοινωνικών αιτημάτων. Η δημόσια συζήτηση εγκαταλείπει τα ζητήματα της ακρίβειας, της ανισότητας ή της διαφάνειας και επικεντρώνεται στις καταστροφές, στις συλλήψεις και στην αποκατάσταση της τάξης. Το πολιτικό μήνυμα εξαφανίζεται πίσω από τις φλόγες.

Αξίζει επίσης να αναρωτηθεί κανείς γιατί η βία εξακολουθεί να ασκεί γοητεία σε ορισμένους νέους. Συχνά προσφέρει μια ψευδαίσθηση δύναμης και ηρωισμού. Δημιουργεί την αίσθηση ότι κάποιος συμμετέχει σε έναν μεγάλο αγώνα απέναντι σε ένα πανίσχυρο σύστημα. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια εύκολη απάντηση σε δύσκολα προβλήματα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να οργανώσεις μια κοινωνική πρωτοβουλία, να συμμετάσχεις στα κοινά, να πείσεις, να συνθέσεις διαφορετικές απόψεις και να διεκδικήσεις μεταρρυθμίσεις. Η δημοκρατία απαιτεί υπομονή. Η βία υπόσχεται γρήγορες λύσεις που σχεδόν ποτέ δεν έρχονται.

Ο Μαξ Βέμπερ είχε επισημάνει ότι «η πολιτική είναι η αργή διάτρηση σκληρών σανίδων». Η κοινωνική αλλαγή απαιτεί επιμονή, θεσμούς και συλλογική προσπάθεια. Δεν επιτυγχάνεται με την καταστροφή της περιουσίας ανθρώπων που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με τις αιτίες της οργής.

Ο πραγματικός ρεαλισμός δεν ζητά από τους νέους να πάψουν να αμφισβητούν. Το αντίθετο. Χρειάζεται περισσότερη κριτική σκέψη, περισσότερη συμμετοχή και περισσότερη διεκδίκηση. Χρειάζεται όμως και η συνειδητοποίηση ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν η βία μετατραπεί σε αποδεκτό μέσο πολιτικής έκφρασης. Η δύναμη μιας ιδέας δεν αποδεικνύεται από τη ζημιά που προκαλεί, αλλά από τους ανθρώπους που κατορθώνει να πείσει.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο στοίχημα δεν είναι να καταδικάσουμε απλώς τη βία. Είναι να δημιουργήσουμε μια κοινωνία στην οποία οι νέοι δεν θα αισθάνονται ότι ο μόνος τρόπος να ακουστούν είναι μέσα από τη σύγκρουση. Γιατί όταν μια δημοκρατία χάνει την εμπιστοσύνη της νέας γενιάς, το πρόβλημα δεν είναι μόνο όσοι επιλέγουν τον δρόμο της βίας. Είναι και όσα προηγήθηκαν και τους οδήγησαν να πιστέψουν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

πηγη

Facebook

Περισσότερες Ειδήσεις

Τελευταία Νέα

Editor's Pick