Με αφορμή τη συμπλήρωση 24 ετών από τις τέσσερις συντονισμένες επιθέσεις της 11η Σεπτεμβρίου 2001, το Council on Foreign Relations φιλοξενεί ανάλυση στην οποία προβαίνει σε μια ουσιαστική παραδοχή, η οποία μάλιστα αποτυπώνεται και στον τίτλο της: “Η Κληρονομιά των Επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου: Οι Τρομοκρατικές Απειλές Έχουν Πολλαπλασιαστεί”. Μάλιστα, η ανάλυση υπογράφεται από τον αναλυτή Bruce Hoffman που συνεργάζεται στενά με το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων της Ουάσιγκτον και τη διπλωμάτη Farah Pandith, ανώτερη συνεργάτιδα στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.
Τονίζεται η επιστροφή των Ταλιμπάν σε θέσεις εξουσίας στο Αφγανιστάν και της Αλ Κάιντα, η οποία “αν και αποδυναμωμένη, διατηρεί παρακλάδια σε πολλές χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία σε τρεις ηπείρους”. Σημειώνουν πως πλέον η ριζοσπαστικοποίηση γίνεται μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες.
Οι αναλυτές καταγράφουν πως “υπήρξαν περιορισμένες προσπάθειες για την ενίσχυση της δημόσιας διπλωματίας” και πληροφόρηση κόντρα στο “ιδεολογικό κάλεσμα των τρομοκρατών για μάχη”. Τονίζουν πως σήμερα υπάρχουν “πέντε φορές περισσότερες τρομοκρατικές ομάδες” σε σχέση με όσες υπήρχαν την 11η Σεπτεμβρίου 2001. “Αυτό καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη απήχηση των μηνυμάτων ομάδων όπως η Αλ Κάιντα και το ISIS, την αύξηση του αριθμού των αντίστοιχων παρατάξεών τους και την ανθεκτικότητά τους παρά την πιο συντονισμένη και διαρκή παγκόσμια εκστρατεία κατά της τρομοκρατίας”, γράφουν.
Η έκθεση σημειώνει πως “οι Αμερικανοί δεν είναι πιο ασφαλείς”. Στην αναφορά τους συνδέουν την επίθεση της Χαμάς με τη νέα “ριζοσπαστικοποίηση” (χωρίς να σχολιάζουν τις ευθύνες του Ισραήλ), ενώ κάνουν αναφορά σε εγχώρια (στις ΗΠΑ) “αντιμεταναστευτικά αισθήματα και ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές που διαμορφώνουν τον τρόπο που ζούμε”. Ασκούν κριτική στην κυβέρνηση των ΗΠΑ καθώς όπως λένε “η κυβέρνηση έχει μειώσει τα προγράμματα που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της εγχώριας τρομοκρατίας”.
Το βασικό όμως που περιγράφουν, είναι πως οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους μπορεί να νίκησαν στο πεδίο, δεν κατάφεραν όμως να διασφαλίσουν την εγκατάλειψη του ιδεολογικού εξτρεμισμού. Σε αυτό το κομμάτι, απέτυχαν παταγωδώς. “Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες σημείωσαν τακτική επιτυχία στη δολοφονία ή τη σύλληψη κρίσιμων ηγετών και μαχητών της Αλ Κάιντα, των Ταλιμπάν και του ISIS, ποτέ δεν ανέπτυξαν μια βιώσιμη στρατηγική για να αντιμετωπίσουν την ιδεολογική απήχηση των τρομοκρατών, την ικανότητά τους να ριζοσπαστικοποιούν νέους νεοσύλλεκτους ή τη συνεχιζόμενη ικανότητά τους να ενεργοποιούν τους συμπαθούντες και να διατηρούν τα κινήματά τους”, γράφουν.
Η ανάλυση αναφέρει πως υπήρξαν προγράμματα όπως η στρατηγική για την Αντιμετώπιση του Βίαιου Εξτρεμισμού για να απομακρυνθούν οι νέοι από την ιδεολογική τρομοκρατία, όπως το πρόγραμμα Sisters Against Violent Extremism για τις γυναίκες στις μουσουλμανικές χώρες που συνδέθηκαν με εξτρεμισμό, αλλά και προγράμματα όπως το Viral Peace για την αντιμετώπιση του μίσους στα κοινωνικά δίκτυα μέσα από την εκπαίδευση τοπικών ηγετών. Ωστόσο, “πολύ λίγη χρηματοδότηση ή προσωπικό διατέθηκε για την καταπολέμηση του ιδεολογικού πολέμου’, λένε.
“Δεν γίνεται να σταματήσουμε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε”
“Δεν μπορούμε να σταματήσουμε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε”, γράφουν εύστοχα οι αναλυτές. Προτείνουν τη διάδοση “πολιτιστικών σημείων επαφής” μέσω των social media, των podcast, του αθλητισμού.
Τέλος, ασκούν κριτική στον Τραμπ ο οποίος έχει αντιταχθεί στον Νόμο περί Ψηφιακών Υπηρεσιών (DSA), τον οποίο θέσπισε η Ευρωπαϊκή Ένωση για να κάνει τον διαδικτυακό χώρο ασφαλέστερο. Ο εν λόγω νόμος καθιστά τις εταιρείες ως υπόλογες για διάδοση απειλών, μίσους και για δικτύωση τρομοκρατών.
Οι υπογράφοντες διευκρινίζουν πως η εν λόγω ανάλυση “αντιπροσωπεύει αποκλειστικά τις απόψεις και τις γνώμες των συγγραφέων”, ωστόσο αποτυπώνει μια πραγματικότητα που δεν είναι καθόλου μακριά από την αλήθεια.
Αυτό που δεν αναφέρουν είναι πως οι ΗΠΑ απέτυχαν στο να αποκαταστήσουν τη δημοκρατία στα κράτη στα οποία επιτέθηκαν, τα οποία νωρίτερα οι ίδιες είχαν σκοπίμως, αποσταθεροποιήσει. Στο Αφγανιστάν, η εισβολή και η κατοχή των ΗΠΑ δεν εκδημοκράτισε τους θεσμούς, ούτε “εξαφάνισε” τους Ταλιμπάν, ενώ στο Ιράκ, η χώρα μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν βυθίστηκε σε εμφύλιες συγκρούσεις, τρομοκρατία και πολιτική αστάθεια την οποία δεν μπόρεσαν να “ελέγξουν” οι ΗΠΑ. Ο “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” του Μπους ενίσχυσε την αμυντική βιομηχανία των Πολιτειών, αλλά δεν κατάφερε να επενδύσει στο ιδεολογικό – πολιτισμικό σκέλος των χωρών όπου εισέβαλαν.
Επίσης, 2.000 επιπλέον θάνατοι αποδίδονται σε ασθένειες που σχετίζονται με την 11η Σεπτεμβρίου.
*Το Council on Foreign Relations (CFR) είναι ένας ανεξάρτητος, μη κομματικός οργανισμός με έδρα τις ΗΠΑ και εκδότης της έγκριτης έκδοσης Foreign Affairs που εστιάζει σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.
news247.gr

















