Παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα κορυφώθηκαν, το πρωί της Τετάρτη οι επετειακές εκδηλώσεις για την 82η επέτειο Μνήμης της Σφαγής του Διστόμου από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, στις 10 Ιουνίου του 1944.
Τον υποδέχθηκαν ο Υφυπουργός Εσωτερικών Βασίλης Σπανάκης, ο Δήμαρχος Διστόμου-Αράχωβας-Αντίκυρας Γιάννης Σταθάς και ο Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας Φάνης Σπανός.

Ο κ. Τασούλας, μετά την τέλεση του αρχιερατικού μνημοσύνου στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου και την κατάθεση στεφάνου στο Μαυσωλείο των θυμάτων, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Σήμερα, στο Δίστομο Βοιωτίας οι σημαίες είναι μεσίστιες και οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν πένθιμα. Σαν σήμερα ακριβώς πριν 82 χρόνια, 10 Ιουνίου του 1944 ο γερμανικός στρατός κατοχής διέπραξε εδώ στο Δίστομο, σε αυτή την πόλη ένα από τα μεγαλύτερα και πιο στυγερά εγκλήματα πολέμου σε βάρος άμαχου πληθυσμού.
Ακούστηκε στο Προσκλητήριο Νεκρών πριν λίγο, εδώ που καταθέσαμε στεφάνι στο μνημείο, όνομα παιδιού τεσσάρων μηνών, παιδιών δύο ετών, τριών ετών, πέντε μηνών. Διαπράχθηκε βαρύτατο έγκλημα εναντίον του άμαχου πληθυσμού του Διστόμου από τα ναζιστικά στρατεύματα στον βωμό της συλλογικής ευθύνης, μιας αποκρουστικής θεωρίας, την οποία είχε ασπαστεί το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς της Γερμανίας.
Χρέος μας απέναντι σε αυτή την υπέρτατη θυσία είναι η μνήμη και η ευθύνη. Πρώτα η μνήμη γιατί ο χρόνος δεν παραγράφει το έγκλημα και η ιστορία δεν ξεχνά. Ο χρόνος δεν αμνηστεύει. Κι εμείς οι επιγενόμενοι οφείλουμε να θυμόμαστε: η ευθύνη είναι ακόμη μεγαλύτερη, για να μην επαναληφθούν τέτοια εγκλήματα και για να μπορούμε να τιμούμε τη μνήμη αυτών των ανθρώπων που κυριολεκτικά μαρτύρησαν, έχοντας υπ’ όψιν μας ότι οι επανορθώσεις γι’ αυτά τα βάρβαρα εγκλήματα είναι πάντα, εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας, ζωντανές και ισχυρές. Και η ελληνική πολιτεία αυτές τις αξιώσεις για επανορθώσεις τις διατηρεί στο ακέραιο.
Σήμερα, λοιπόν, τιμήσαμε τη μνήμη και αναλάβαμε μια ευθύνη: να μην ξεχνάμε και να μην επιτρέψουμε ποτέ πια σε τέτοιες απάνθρωπες θεωρίες και σε τέτοια απάνθρωπα καθεστώτα να επικρατήσουν στον κόσμο».

Στο πλαίσιο της επίσκεψης του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανακηρύχθηκε Επίτιμος Δημότης Διστόμου.

Μετά την προσφώνηση που απηύθυνε ο Δήμαρχος Διστόμου-Αράχωβας-Αντίκυρας Ιωάννης Σταθάς, ο κ. Τασούλας έκανε την ακόλουθη αντιφώνηση:
«Κυρίες και κύριοι,
Να ανακηρύσσεσαι τέτοια μέρα Επίτιμος Δημότης Διστόμου, έχει κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερη αξία. Δεν είναι η ομοφωνία της αποφάσεως, δεν είναι ότι μία περιοχή εδώ στον Ελικώνα, πανέμορφη, με δραματική ιστορία, αλλά και ιστορία πέραν του δράματος του 1944, σε ανακηρύσσει Επίτιμο Δημότη. Δεν είναι πως συμπληρώνεις την αναγνώριση με μία τέτοια καταξίωση.
Είναι ότι μία περιοχή, η οποία έχει ζυμωθεί με τον πόνο και με το δράμα, 82 μόλις χρόνια μετά, γιατί ιστορικά τα 82 χρόνια δεν είναι τίποτε, σου κάνει μία μέγιστη τιμή στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, του εκπροσώπου της ενότητος του ελληνικού λαού, να σε αναγορεύσει ως επίτιμο μέλος αυτής της πονεμένης, αλλά και ουσιαστικά φιλόδοξης και αισιόδοξης κοινωνίας, που παλεύει με τη μοίρα της, που νικάει τη μοίρα της, που ξεπερνάει τη μοίρα της.
Θυμάται τα συντρίμμια της σφαγής, αλλά δεν συνθλίβεται από αυτή τη μνήμη, τη διατηρεί, πολύτιμη παρακαταθήκη. Ταυτόχρονα, αυτή η μνήμη δεν συντρίβει το Δίστομο. Απεναντίας, του δίνει κίνητρο να αντιδράσει σε αυτό το συμβάν και να πλάσει τον μύθο της νέας ζωής του, χωρίς να ξεχνά μεν, αλλά και χωρίς να αρνείται το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην ευημερία, το δικαίωμα στην πρόοδο και το δικαίωμα στη διεκδίκηση.
Όταν καταθέτει κανείς στεφάνι εκ μέρους της Πολιτείας σε μια τέτοια δραματική επέτειο, όταν με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη ξεναγό και τον Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη επισκέπτεται το οστεοφυλάκιο, όταν διαβάζει για το ιστορικό της 10ης Ιουνίου 1944, η μνήμη που προσπαθεί να ενσωματωθεί μες στην ψυχή του συγκρούεται με τη συνείδηση του.
Η συνείδησή μας, κυρίες και κύριοι, αμηχανεί μπροστά στη μνήμη. Αδυνατεί η συνείδησή μας να αντιληφθεί ότι το μέγεθος της γερμανικής κτηνωδίας, ήταν τέτοιο που η συνείδησή μας σήμερα αρνείται την επιταγή της μνήμης. Δεν το χωράει ο νους.
Έγραψε ένα καταπληκτικό ποίημα ο Καρυωτάκης με τίτλο «Υποθήκαι» και περιγράφει αυτή τη συμπεριφορά. « Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους. Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, όταν ακούσεις ανθρώπους. Όταν ακούσεις ποδοβολητά λύκων, ο Θεός μαζί σου! Ξαπλώσου χαμού με μάτια κλειστά και κράτησε την πνοή σου».
Στις 10 Ιουνίου του 1944 ποδοβολητά λύκων ακούστηκαν στο Δίστομο. Και αυτοί οι λύκοι φέρθηκαν ακριβώς έτσι, με βάση τη φτιασιά τους, με βάση μια ιδεολογία η οποία είχε μετατρέψει ό,τι ανθρώπινο είχαν μέσα τους σε κτηνώδες και εστράφησαν σε ανθρώπους οι οποίοι απρόκλητα, ζούσαν εκείνη τη στιγμή στο χωριό τους. Εστράφησαν εναντίον νηπίων, γερόντων, γυναικών.
Ό,τι εκινείτο, ό,τι ανέπνεε το χτύπαγαν, το εξολόθρευαν. Και αυτή η σφαγή, αυτή η κτηνωδία, αυτή η θηριωδία, αυτό το μακέλεμα, μετά από 82 χρόνια μπορεί να αρνείται η συνείδησή μας να το δικαιολογήσει ή να το δεχτεί στο σύνολό του, γιατί ανήκουμε σε προικισμένες, ευτυχισμένες γενιές. Δεν ζήσαμε τέτοια γεγονότα, τα ακούσαμε μόνο, τα διαβάσαμε, τα διδαχθήκαμε, αλλά δεν τα ζήσαμε, δεν μπορούμε στο σύνολό τους και στην πραγματική τους δραματική διάσταση να τα συλλάβουμε. Ωστόσο τα τιμούμε, ωστόσο τα μελετούμε και προσπαθούμε να τα δικαιώσουμε με τη συμπεριφορά μας.
Ποια είναι η δικαίωση απέναντι σε ένα τέτοιο δράμα; Η δικαίωση είναι να νοιαζόμαστε για τον τόπο μας, να νοιαζόμαστε για την ενότητά μας. Δεν μπορούμε να συμφωνούμε όλοι με όλους στα πάντα, αλλά στα βασικά οφείλουμε να συμφωνούμε. Να συμφωνούμε για την πατρίδα μας, για την προκοπή μας, για την ασφάλειά μας, για μια καλή υγεία, για μια καλή παιδεία και μέσα από τις αντιθέσεις της δημοκρατίας να τα επιδιώκουμε όλα αυτά.
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που τα στερήθηκαν όλα αυτά, όλοι αυτοί οι συμπολίτες σας, συγγενείς σας, προγονοί σας, για κάποιον λόγο τα στερήθηκαν και αυτός ο λόγος είναι η δική μας ελευθερία.
Τέσσερις μέρες πριν το δραματικό γεγονός της σφαγής, τέσσερις μέρες μόλις πριν, η πλάστιγγα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έγειρε αποφασιστικά κατά του Ναζισμού, κατά της Γερμανίας, υπέρ των συμμάχων.
Τέσσερις μόλις μέρες πριν, 6 Ιουνίου του 1944, έγινε η συγκλονιστική απόβαση στη Νορμανδία, η οποία απέσπασε την προσοχή των Γερμανών και στρατεύματα από το Ανατολικό Μέτωπο. Δημιούργησε ένα μεγάλο ρήγμα στην αμυντική ικανότητα των Γερμανών στη Γαλλία και σήμανε την αντίστροφη μέτρηση για τη νίκη της ελευθερίας έναντι του σκότους. Το είχαν πληροφορηθεί οι σφαγείς του Διστόμου το γεγονός; Τουλάχιστον, οι αξιωματικοί τους, σίγουρα θα το είχαν πληροφορηθεί.
Ήξεραν ότι τα πράγματα είχαν ήδη γείρει εις βάρος τους. Τους εμπόδισε αυτό να πραγματοποιήσουν τη σφαγή; Καθόλου. Ήταν τόσο ποτισμένοι με το μίσος κατά του ανθρώπου, το μίσος που περιέγραψε και ο Δήμαρχος που καθόλου δε συγκρατήθηκαν.
Ωστόσο, επαναλαμβάνω, το Δίστομο χάραξε την πορεία του. Αγκάλιασε τους νεκρούς του, τους φώλιασε μέσα του, τους τιμά 82 χρόνια τώρα και παλεύει για την προκοπή του, για την ευημερία του.

Σήμερα, παρά τους πένθιμους ήχους της καμπάνας, παρά τις μεσίστιες σημαίες, είδα ένα Δίστομο ζωντανό, ένα Δίστομο αισιόδοξο για το μέλλον, ένα Δίστομο διεκδικητικό, που τιμά το παρελθόν, αλλά και στοχεύει σε ένα καλύτερο μέλλον.
Και έρχομαι τέλος στο θέμα των διεκδικήσεων. Χρέος μας, λοιπόν, είναι η μνήμη και η ευθύνη. Η ευθύνη έχει να κάνει με το πώς ζούμε, με το πώς φερόμαστε, με το πώς ανταποδίδουμε τη θυσία αυτών των ανθρώπων με την προσπάθειά μας για ειρήνη και δικαιοσύνη και για μη επανάληψη αυτών των φαινομένων και των πολιτικών καθεστώτων που μετατρέπουν το βάδισμα του ανθρώπου σε ποδοβολητά λύκων, όπως λέει ο Καρυωτάκης.
Και έχουμε και τη διεκδίκηση. Η διεκδίκηση κατά πάγια γραμμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όπως περιγράφηκε και στο ομόφωνο ψήφισμα της Βουλής των Ελλήνων, έχει να κάνει με τη διαπίστωση, η οποία δεν είναι συναισθηματική, έχει ισχυρή νομική βάση: ότι οι αξιώσεις μας για τις γερμανικές επανορθώσεις, λόγω των μεγάλων καταστροφών και λόγω των θηριωδιών και λόγω του αναγκαστικού δανείου και λόγω της κλοπής των πολιτιστικών θησαυρών, οι αξιώσεις μας γι’ αυτό το τετράπτυχο απώλειας, είναι ενεργές και απαράγραπτες.
Και διατηρούμε στο ακέραιο το δικαίωμα άσκησης αυτών των αξιώσεων, χωρίς να θεωρούμε ότι βρισκόμαστε σε εχθρική ή ψυχολογικά εμπόλεμη κατάσταση με τη Γερμανία, η οποία δεν αναγνωρίζει, παγίως μέχρι τώρα, αυτές τις αξιώσεις, θεωρεί το θέμα όχι λήξαν, αλλά μη υπάρχον, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει τη δική μας στάση. Έτσι κινούμαστε, έτσι πορευόμαστε απέναντι στο γεγονός που σήμερα τιμήσαμε. Με αυτό το τρίπτυχο: ευθύνη, μνήμη και διεκδίκηση. Και να ξέρετε πως δεν ανταλλάσσεται αυτή η τραγωδία με οποιοδήποτε ποσόν. Δεν πρόκειται περί αυτού. Πρόκειται περί μιας δικαιώσεως, η οποία όταν συμβεί θα λειτουργήσει απολύτως αποτρεπτικά για παρόμοια εγκλήματα στο μέλλον.
Είμαι συνεπώς σήμερα εδώ για να τιμήσω εκ μέρους της Πολιτείας τη μνήμη ενός ασήκωτου γεγονότος, ενός δραματικού γεγονότος. Και παράλληλα είμαι εδώ για να τιμηθώ από τον Δήμο Διστόμου με μια τέτοια τιμή, η οποία μου υπενθυμίζει ακόμη πιο ανάγλυφα, ακόμη πιο παραστατικά το χρέος μου για μνήμη, ευθύνη και διεκδίκηση.
Κύριε Δήμαρχε, κυρία Πρόεδρε του Δημοτικού Συμβουλίου σας ευχαριστώ για αυτήν την τιμή. Σας ευχαριστώ για τη γοητεία αυτής της ευθύνης, που μόλις πριν λίγο, ομόφωνα μου επωμίσατε. Να είστε καλά».
Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επισκέφθηκε την Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά. Μετά τη σύντομη λειτουργία από το Μητροπολίτη Θηβών, Λεβαδείας και Αυλίδος Γεώργιο και την ξενάγηση στον χώρο, ο κ. Τασούλας δήλωσε:
«Σεβασμιώτατε, σας ευχαριστώ, πρώτα γιατί ευχηθήκατε για τη θητεία μου, για τη διακονία μου κατά την ιεροπρεπή έκφραση και για τα πολύτιμα δώρα που είχατε την καλοσύνη να μου δώσετε ως αναμνηστικά της επισκέψεώς μου εδώ και των συναισθημάτων που κανείς νιώθει. Συνεπαίρνεται από τον “ένδοξό μας βυζαντινισμόν” όταν επισκέπτεται το μοναστήρι του Οσίου Λουκά.
Και ήθελα να σας πω πως, όλες αυτές οι ευχές, όλα αυτά τα δώρα, όλες αυτές οι αγιογραφίες, το Τετραευαγγέλιον δεν είναι απλώς χειρονομίες ενός πρωτοκόλλου το οποίο πρέπει να τηρηθεί, είναι εκ βάθους καρδίας και εισέρχονται εις βάθους καρδίας δικό μου. Θα τα έχω ως παραμυθία στη θητεία μου και ως σημεία στα οποία θα προσφεύγω όταν χρειάζομαι τις ευχές και την σύναρση του Θεού και των Αγίων μας.
“Την εκκλησίαν αγαπώ — τα εξαπτέρυγά της, τ’ ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της, τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.” λέει ο ποιητής. Αυτή η εκκλησία, αυτός ο χώρος, αυτή η Αγιά Σοφιά της Ρούμελης, όπως λέγεται ο τόπος στον οποίο βρισκόμαστε, είναι υποβλητικός. Μας θυμίζει αυτοκράτορες, μας θυμίζει το Βυζάντιο, μας θυμίζει εποχές που ο ελληνισμός απλώνονταν σε όλη τη Μεσόγειο.
Αυτή η ανάμνηση όμως, δεν έχουμε λόγους να μας δημιουργεί νοσταλγίες ή συντριβές. Η Ελλάδα έχει ενσωματώσει την ιστορία της, τις μνήμες της, την υπεροχή της, μέσα στην καρδιά της. Και η Ελλάδα μετά από το 1922 που η Μεγάλη Ιδέα πήρε άλλη τροπή και έγινε ιδέα νοικοκυρέματος, προκοπής, ευημερίας και όχι εδαφικής επεκτάσεως όπως ήταν μέχρι τότε, αυτή η Ελλάδα έχει μια καταπληκτική ιστορία, μια καταπληκτική Εκκλησία, μια καταπληκτική κοινωνία, οι οποίες όλες μαζί, βοηθάνε στα βήματα που κάνουμε προς το μέλλον. Αλλά για να πατάς καλά στα βήματα προς το μέλλον, πρέπει να έχεις βάλει σωστά θεμέλια. Και σήμερα, Σεβασμιώτατε και Άγιοι Πατέρες, είμαστε μέσα σε αυτά τα σωστά θεμέλια που μας επιτρέπουν να κάνουμε σταθερά βήματα προς το μέλλον.
Η προτομή του Επισκόπου Σαλώνων, η κήρυξη της Επαναστάσεως, εδώ στη Ρούμελη, σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, αυτό εδώ το Άγιο Προσκύνημα, όλα αυτά είναι τα στοιχεία που μας δίνουν κουράγιο και έμπνευση για την πορεία μας προς το μέλλον.
Και σας ευχαριστώ που ως Εκκλησία, ως Μητρόπολις Βοιωτίας, στηρίζετε αυτά τα βήματα, προσεύχεστε για την ευόδωση αυτής της πορείας και είχατε την καλοσύνη και για την ταπεινότητά μου, να ευχηθείτε για κάθε καλό στη θητεία μου.
Ευγνωμόνως λοιπόν, αποδέχομαι τις ευχές σας και τα δώρα σας και είμαι βέβαιος πως θα πιάσουν τόπο γιατί ήδη μιλούν στην ψυχή μου.
Και πάλι σας ευχαριστώ, εκ βάθους καρδίας».


















