Όχημα οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις στις βιομηχανικές επενδύσεις
- Η μελέτη εκπονήθηκε από το Εργαστήριο Βιομηχανικής & Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ
- Το ισχύον νομικό πλαίσιο σταθερούς απόσβεσης μηχανημάτων και μηχανολογικού εξοπλισμού λειτουργεί ως ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε σύγκριση με την ΕΕ.
- Η θέσπιση των επιταχυνόμενων αποσβέσεων χαρακτηρίζεται από δημοσιονομική ουδετερότητα – πρόκειται για ένα οριζόντιο μέτρο πολιτικής με άμεση επίδραση τόσο σε μεγάλες όσο και σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
- Η ΕΕ συστήνει στα κράτη-μέλη την ταχύτερη φορολογική απόσβεση για επενδύσεις σε πάγια στοιχεία καθαρής τεχνολογίας και η Ελλάδα έχει υιοθετήσει παρόμοια κατεύθυνση για ορισμένες δέσμες «Στρατηγικών Επενδύσεων». Ωστόσο, η κατεύθυνση αυτή είναι εξαιρετική περιοριστική.
- Η υιοθέτηση ευέλικτων όπως οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις για τη βιομηχανία μπορούν να ενισχύσουν τη ρευστότητα και να καλύψουν το παραγωγικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας.
Την ανάγκη υιοθέτησης σύγχρονων, άμεσων και αποτελεσματικών εργαλείων για την ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων στην Ελλάδα ανέδειξε η εκδήλωση “Ξεκλειδώνοντας τις Παραγωγικές Επενδύσεις: «Επιταχυνόμενες αποσβέσεις για παραγωγικές επενδύσεις στην Ελληνική Βιομηχανία, κατά την διάρκεια της οποίας παρουσιάστηκαν τα συμπεράσματα της ομώνυμης μελέτης του Εργαστηρίου Βιομηχανικής & Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ) του ΕΜΠ, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Συνδέσμου Βιομηχανιών Στερεάς Ελλάδας.
Η μελέτη, η οποία παρουσιάστηκε από τον Καθηγητή Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας, Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας της Σχολής Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ, Διευθυντή του ΕΒΕΟ, κ. Άγγελο Τσακανίκα, εξετάζει τον ρόλο των επιταχυνόμενων αποσβέσεων ως εργαλείου ενίσχυσης της ρευστότητας, επιτάχυνσης των επενδυτικών αποφάσεων και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας.
Κύρια συμπεράσματα της μελέτης
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επανατοποθετεί τη βιομηχανία στο επίκεντρο της οικονομικής ανθεκτικότητας, της πράσινης μετάβασης και της στρατηγικής αυτονομίας, η συζήτηση ανέδειξε ότι η ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές κατευθύνσεις πολιτικής. Απαιτεί πρακτικά εργαλεία που μειώνουν το βάρος της επενδυτικής απόφασης, ενισχύουν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ταχύτερη αναβάθμιση του παραγωγικού εξοπλισμού.
Σήμερα, στην Ελλάδα, οι αποσβέσεις για μηχανήματα και μηχανολογικό εξοπλισμό πραγματοποιούνται με σταθερό ετήσιο συντελεστή, με αποτέλεσμα μια βιομηχανική επένδυση να απαιτεί έως και 10 έτη για να αποσβεστεί πλήρως – ενώ η διάρκεια ζωής του εξοπλισμού σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχει παρέλθει. Το πλαίσιο αυτό, όπως αναδείχθηκε στη μελέτη, μπορεί να λειτουργεί ανασταλτικά για επιχειρήσεις με υψηλές κεφαλαιουχικές δαπάνες, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους χρηματοδότησης, ενεργειακών πιέσεων και διεθνούς ανταγωνισμού.
Οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις δίνουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να ανακτούν ταχύτερα το κόστος επενδύσεων σε πάγιο εξοπλισμό, ενισχύοντας τη διαθέσιμη ρευστότητα στα πρώτα και πιο κρίσιμα έτη του επενδυτικού κύκλου. Με τον τρόπο αυτό, δεν αποτελούν απλώς μια φορολογική ρύθμιση, αλλά ένα ουσιαστικό εργαλείο αναπτυξιακής και βιομηχανικής πολιτικής.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, η εφαρμογή ταχύτερων αποσβέσεων μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, με θετικές επιδράσεις περίπου €504 εκατ. στο ΑΕΠ από την υλοποίηση νέων επενδύσεων, άνω των €158 εκατ. στα δημόσια έσοδα, αλλά και σημαντική επιρροή στην ανάπτυξη τηςαπασχόλησης. Παράλληλα, η μελέτη υπογραμμίζει ότι οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις δεν αποτελούν κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά αναβαλλόμενα έσοδα, η απώλεια των οποίωναντισταθμίζεται πλήρως από την αύξηση των επενδύσεων και τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στην οικονομία.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στη διεθνή εμπειρία, καθώς οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις αξιοποιούνται ήδη από σειρά ευρωπαϊκών και διεθνών οικονομιών ως μέσο ενθάρρυνσης ιδιωτικών επενδύσεων, τεχνολογικής αναβάθμισης και βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.Μάλιστα, στην παρέμβασή της η κα Ιωάννα Μητρογιάννη, Αναπληρώτρια Επικεφαλής της Διεύθυνσης Φορολογίας Εταιρειών στη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (TAXUD), σημείωσε ότι οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις δεν αποτελούν μια θεωρητική ή αποσπασματική φορολογική παρέμβαση, αλλά ένα εργαλείο που αξιοποιείται ήδη από τη μεγάλη πλειονότητα των κρατών-μελών της ΕΕ. Όπως ανέφερε, 20 από τα 27 κράτη-μέλη εφαρμόζουν σχετικούς μηχανισμούς, γεγονός που δείχνει ότι η επιτάχυνση της ανάκτησης του επενδυτικού κόστους αποτελεί πλέον βασικό μοχλό στήριξης της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη.
Έτσι, από τησύγκριση με άλλες χώρες αναδεικνύεταιη ανάγκη η Ελλάδα να εξετάσει πιο ευέλικτα και ανταγωνιστικά εργαλεία πολιτικής, προκειμένου να στηρίξει ουσιαστικά την παραγωγική της βάση, καθώς το ισχύον νομικό πλαίσιο αποτελεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην εκδήλωση συμμετείχεκάνοντας τη δική του καίρια παρέμβαση ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, Πρόεδρος του ΣΕΒ – Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος κ. Ηλίας Σιακαντάρης.
Ο κ. Πάνος Λώλος, Πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Στερεάς Ελλάδας, δήλωσε:
«Η ελληνική βιομηχανία έχει ανάγκη από εργαλεία που μετατρέπουν την επενδυτική πρόθεση σε επενδυτική πράξη. Οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις δεν είναι απλώς ένας τεχνικός φορολογικός μηχανισμός. Είναι ένας πρακτικός τρόπος να στηριχθεί η ρευστότητα των επιχειρήσεων, να επιταχυνθεί ο εκσυγχρονισμός του παραγωγικού εξοπλισμού και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Αν θέλουμε περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, οφείλουμε να δημιουργήσουμε το πλαίσιο που θα τις ξεκλειδώσει.»
Ο κ. Άγγελος Τσακανίκας δήλωσε:
««Η μελέτη δείχνει ότι οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως ένας αποτελεσματικός μηχανισμός ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων. Η σημασία τους βρίσκεται στο γεγονός ότι ενισχύουν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων στην αρχή του επενδυτικού κύκλου, δηλαδή τη στιγμή κατά την οποία λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις γιανέο εξοπλισμό, τεχνολογική αναβάθμιση και αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας. Η δυναμική τόνωση στο cash flow των επιχειρήσεων μπορεί να τους επιτρέπει μεσοπρόθεσμα να πραγματοποιήσουν περεταίρω επενδυτικές κινήσεις. Πρόκειται δηλαδή, για ένα μέτρο που μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ισχυρό κίνητρο για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό ενώ δημιουργεί και ταχύτερους επενδυτικούς κύκλους, ζήτημα κομβικό για τη βιομηχανία της χώρας».
Ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, Πρόεδρος του ΣΕΒ, δήλωσε:
«Έχουμε μεγάλη ανάγκη από επενδύσεις στην βιομηχανία. Η Ελλάδα βρίσκεται στο 17% στις επενδύσεις, αλλά απέχουμε ακόμα αρκετά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 21%. Το 17% αφορά το σύνολο των επενδύσεων στη χώρα, ωστόσο εκείνες που δημιουργούν τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία είναι οι βιομηχανικές. Στα πλαίσια του νέου παραγωγικού μοντέλου χρειάζονται εργαλεία που θα ενισχύσουν τις παραγωγικές επενδύσεις και οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις είναι ένα τέτοιο εργαλείο. Ο οριζόντιος χαρακτήρας του μέτρου δημιουργεί μια πολύ χρήσιμη ευελιξία στις βιομηχανίες, καθώς δεν απαιτούνται πολλαπλά επίπεδα εγκρίσεων από τη δημόσια διοίκηση.»
Η εκδήλωση ανέδειξε ότι η συζήτηση για τις αποσβέσεις δεν είναι μια στενά λογιστική ή φοροτεχνική συζήτηση. Είναι μια συζήτηση για το πώς η Ελλάδα μπορεί να κινητοποιήσει περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, να ενισχύσει τη βιομηχανική της βάση και να ανταποκριθεί στις νέες ευρωπαϊκές και διεθνείς απαιτήσεις ανταγωνιστικότητας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η κάλυψη του επενδυτικού κενού και η ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας της χώρας απαιτούν πολιτικές που δεν περιορίζονται στο να αναγνωρίζουν την ανάγκη για επενδύσεις, αλλά δημιουργούν τις συνθήκες για να πραγματοποιηθούν.


















